Το διπλό πρόβλημα που δημιουργεί στην κυβέρνηση η κριτική Γιαννίτση
Το πρόβλημα που δημιουργούν στο Μαξίμου έντονα επικριτικές για την κυβέρνηση παρεμβάσεις προσώπων που έπαιξαν κεντρικό ρόλο κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του Κώστα Σημίτη, βγήκε στην επιφάνεια, όταν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης κλήθηκε να απαντήσει στη σφοδρή κριτική του Τάσου Γιαννίτση κατά της κυβέρνησης για το ζήτημα της διαφθοράς.
Υπενθυμίζεται ότι ο στενός συνεργάτης του Κώστα Σημίτη και κορυφαίος υπουργός της περιόδου διακυβέρνησης εκείνης, τόνισε ότι η σημερινή διαφθορά, με υποθέσεις όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ, είναι 100-200 φορές μεγαλύτερη από την εποχή Τσοχατζόπουλου, ενώ σημείωσε πως η Ελλάδα «είναι πολύ πίσω και από την Ισπανία και από την Πορτογαλία σε όρους διαφθοράς, αποτελεσματικής διακυβέρνησης, Κράτους Δικαίου».
Η απάντηση του Μαξίμου
Ερωτηθείς για τις δηλώσεις Γιαννίτση, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, από τη μία δήλωσε ότι δεν θέλει να μπει «σε δημόσια αντιπαράθεση με τον κύριο Γιαννίτση» και πως δε θέλει να μπει «σε μια διαδικασία κόντρας ή σύγκρισης», αλλά από την άλλη -προκειμένου η κυβέρνηση να απαντήσει και να αμυνθεί- επιχείρησε να εξοβελίσει στο «πυρ το εξώτερον» την περίοδο της σημιτικής διακυβέρνησης με μια συνολική και αδιάκριτη αιτίαση περί διαφθοράς, λέγοντας ότι «είναι ατυχής η σύγκριση» και ότι «το τί συνέβη κατά την περίοδο της διακυβέρνησης αυτής, που μέρος της ήταν υπουργός κι ο κύριος Γιαννίτσης, είναι καταγεγραμμένο από τους ιστορικούς και όχι μόνο γραπτώς, αλλά και με βίντεο και εικόνες».
Για να πει πως «δε νομίζω, ότι θυμόμαστε πολλές φορές στο παρελθόν μέλη υπουργικού συμβουλίου να οδηγούνται στη Δικαιοσύνη, η Δικαιοσύνη να παίρνει αποφάσεις, να έχουμε φυλακίσεις. Όλα αυτά νομίζω, ότι πολύ δύσκολα μπορούν να συγκριθούν με οποιαδήποτε άλλη περίοδο διακυβέρνησης» και να προσθέσει ότι «αυτά έχουν καταγραφεί, έχουν αποτυπωθεί και δεν θα τα ξεχάσουμε».
Το πρόβλημα όμως για την κυβέρνηση είναι διπλό:
α) Η σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση από πρόσωπα, όπως ο Τάσος Γιαννίτσης (που εκφράζουν ευθέως το κοινό που προέρχεται από το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ), αποσυσπειρώνει κεντρογενή ακροατήρια, στα οποία στηρίχτηκε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στις εκλογές του 2019 και του 2023 και στα οποία προσπαθεί να απευθυνθεί, επιχειρώντας να εμφανιστεί ο ίδιος ως «εκφραστής του εκσυγχρονισμού» και να διεκδικήσει μερίδιο από την κληρονομιά του Κώστα Σημίτη. Έντονα επικριτικές τοποθετήσεις, λοιπόν, από πρόσωπα όπως ο Τ. Γιαννίτσης (ο οποίος ήταν και η πρόταση του Ν. Ανδρουλάκη για τη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας) αναχαιτίζουν την προσπάθεια αυτή του πρωθυπουργού.
β) Ο εξοβελισμός της περιόδου διακυβέρνησης του Κ. Σημίτη που τώρα το Μαξίμου υποχρεώνεται να κάνει, σε δεύτερο επίπεδο του δημιουργεί νέο πρόβλημα, δεδομένης της αξιοποίησης από τον πρωθυπουργό, πολλών στελεχών που προέρχονται από εκείνη την περίοδο διακυβέρνησης και σήμερα έχουν ενταχθεί στη ΝΔ του Κυρ. Μητσοτάκη και στελεχώνουν στην κυβέρνηση και τον κρατικό μηχανισμό.


