Το ιστορικό «ράπισμα» που σόκαρε τη Wall Street. Aλλά επιβεβαίωσε τον απόλυτο ηγεμόνα

Ημερομηνία: 05-08-2026



Η Wall Street είχε μόλις κλείσει, όταν χτύπησε το τηλέφωνο του υπουργού Οικονομικών. Από την άλλη άκρη της γραμμής τον ενημέρωναν πως ο S&P, ο μεγαλύτερος οίκος αξιολόγησης, αφαιρούσε από τις ΗΠΑ την κορυφαία πιστοληπτική αξιολόγηση ΑΑΑ.

Η πρωτοφανής αυτή υποβάθμιση έπεσε σαν κεραυνός. Το αμερικανικό δημόσιο, που επί δεκαετίες θεωρούνταν το απόλυτο ασφαλές καταφύγιο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, δεχόταν ένα πρωτοφανές πλήγμα κύρους. Το ημερολόγιο έγραφε 5 Αυγούστου 2011.

Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, θα συνέβαινε κάτι που ανέτρεψε κάθε οικονομική λογική. Οι επενδυτές δεν εγκατέλειψαν τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτρεξαν προς αυτές.

Το τέλος ενός οικονομικού συμβόλου

Για δεκαετίες, η κορυφαία αξιολόγηση ΑΑΑ των ΗΠΑ δεν αποτελούσε απλώς μια βαθμολογία.

Ήταν το θεμέλιο πάνω στο οποίο λειτουργούσε το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα χρησιμοποιούνταν ως το λεγόμενο risk-free asset, το σημείο αναφοράς πάνω στο οποίο τιμολογούνταν σχεδόν όλα τα υπόλοιπα χρηματοοικονομικά προϊόντα του κόσμου – από εταιρικά ομόλογα μέχρι παράγωγα και στεγαστικά δάνεια.

Η απώλεια του ΑΑΑ δεν αφορούσε μόνο τις Ηνωμένες Πολιτείες. Έθετε υπό αμφισβήτηση το ίδιο το σημείο αναφοράς της παγκόσμιας οικονομίας.

Η πολιτική κρίση που παραλίγο να οδηγήσει τις ΗΠΑ σε στάση πληρωμών

Παράδοξα, η υποβάθμιση δεν προκλήθηκε επειδή οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν πρόβλημα να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Η αιτία βρισκόταν στην Ουάσιγκτον.

Το καλοκαίρι του 2011, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα και οι Ρεπουμπλικανοί στο Κογκρέσο συγκρούονταν επί εβδομάδες για την αύξηση του ανώτατου ορίου του ομοσπονδιακού χρέους (debt ceiling).

Οι διαπραγματεύσεις εξελίχθηκαν σε μια άνευ προηγουμένου πολιτική αναμέτρηση, με τις αγορές να παρακολουθούν καθημερινά το ενδεχόμενο η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου να οδηγηθεί σε τεχνική στάση πληρωμών, όχι λόγω δημοσιονομικής αδυναμίας, αλλά εξαιτίας πολιτικής απροθυμίας.

Η συμφωνία επετεύχθη κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Για τη Standard & Poor’s, όμως, η ζημιά είχε ήδη γίνει.

Το παρασκήνιο με το λάθος των 2 τρισ. δολαρίων

Λίγες ώρες πριν από τη δημοσιοποίηση της αξιολόγησης εκτυλίχθηκε ακόμη ένα εντυπωσιακό επεισόδιο.

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών εντόπισε ότι οι υπολογισμοί της Standard & Poor’s περιείχαν αριθμητικό λάθος περίπου 2 τρισ. δολαρίων στις προβολές για το δημόσιο χρέος.

Ο οίκος αναγκάστηκε να διορθώσει τους υπολογισμούς του. Ωστόσο, δεν απέσυρε την απόφαση.

Η Standard & Poor’s υποστήριξε ότι η υποβάθμιση δεν βασιζόταν αποκλειστικά στους δημοσιονομικούς δείκτες, αλλά κυρίως στην εκτίμηση ότι η πολιτική λειτουργία της αμερικανικής κυβέρνησης είχε γίνει πιο ασταθής και λιγότερο προβλέψιμη.

Η απόφαση παρέμεινε και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.

Η Wall Street βυθίζεται στον πανικό

Όταν άνοιξαν ξανά οι αγορές τη Δευτέρα 8 Αυγούστου, επικράτησε αρχικά χάος.

Ο Dow Jones κατέγραψε απώλειες άνω των 630 μονάδων, σημειώνοντας μία από τις μεγαλύτερες ημερήσιες πτώσεις στην ιστορία του μέχρι τότε. Οι χρηματιστηριακές αγορές σε Ευρώπη και Ασία ακολούθησαν, ενώ οι επενδυτές προετοιμάζονταν για ένα νέο επεισόδιο της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης που είχε ξεκινήσει μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers.

Οι περισσότεροι αναλυτές προέβλεπαν το επόμενο βήμα. Η υποβάθμιση, θεωρητικά, θα οδηγούσε σε μαζικές πωλήσεις αμερικανικών κρατικών ομολόγων, ανεβάζοντας δραματικά το κόστος δανεισμού των Ηνωμένων Πολιτειών.

Δεν συνέβη τίποτε από αυτά.

Το μεγαλύτερο παράδοξο στην ιστορία των αγορών

Αντί να εγκαταλείψουν τα αμερικανικά ομόλογα, οι επενδυτές άρχισαν να αγοράζουν ακόμη περισσότερα.

Ο λόγος ήταν απλός. Ο φόβος για το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ήταν τόσο μεγάλος ώστε, παρά την υποβάθμιση, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα παρέμεναν η ασφαλέστερη διαθέσιμη επιλογή. Η ζήτηση εκτινάχθηκε.

Οι αποδόσεις των δεκαετών αμερικανικών ομολόγων υποχώρησαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και το αμερικανικό Δημόσιο βρέθηκε να δανείζεται φθηνότερα ακριβώς τη στιγμή που είχε μόλις υποβαθμιστεί.

Σπάνια στην οικονομική ιστορία μια τόσο αρνητική είδηση είχε τόσο απροσδόκητα θετικό αποτέλεσμα.

Ο ρόλος της Fed

Μέσα στο κλίμα πανικού, η Federal Reserve, υπό τον Μπεν Μπερνάνκι, επιχείρησε να καθησυχάσει τις αγορές.

Στις 9 Αυγούστου 2011, ανακοίνωσε ότι τα βασικά επιτόκια θα παρέμεναν κοντά στο μηδέν για «παρατεταμένη περίοδο», σηματοδοτώντας ότι η κεντρική τράπεζα ήταν έτοιμη να στηρίξει την οικονομία όσο χρειαζόταν.

Η παρέμβαση δεν εξαφάνισε αμέσως τη μεταβλητότητα, συνέβαλε όμως στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και ενίσχυσε την αντίληψη ότι, ακόμη και σε περιόδους ακραίας αβεβαιότητας, οι Ηνωμένες Πολιτείες διέθεταν τους θεσμούς και τα εργαλεία για να αποτρέψουν μια συστημική κρίση.

Γιατί οι επενδυτές δεν εγκατέλειψαν ποτέ το δολάριο

Το επεισόδιο του 2011 ανέδειξε κάτι βαθύτερο από μια πιστοληπτική αξιολόγηση.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη μεγαλύτερη αγορά κρατικών ομολόγων στον κόσμο, με ασύγκριτη ρευστότητα και βάθος.

Καμία άλλη οικονομία δεν μπορεί να απορροφήσει τρισεκατομμύρια δολάρια επενδυτικών κεφαλαίων χωρίς να προκαλέσει μεγάλες αναταράξεις.

Την ίδια στιγμή, ούτε το ευρώ, ούτε το ιαπωνικό γεν, ούτε κάποιο άλλο νόμισμα μπορούσαν τότε να λειτουργήσουν ως πραγματικό υποκατάστατο του δολαρίου.

Το μήνυμα των αγορών ήταν ξεκάθαρο: Ακόμη και μια υποβαθμισμένη Αμερική παρέμενε ασφαλέστερη από οποιαδήποτε άλλη διαθέσιμη επιλογή.

Το μάθημα που παραμένει επίκαιρο

Η 5η Αυγούστου 2011 αποτελεί μία από τις πιο διδακτικές στιγμές στην ιστορία των διεθνών αγορών.

Απέδειξε ότι η ισχύς μιας χώρας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την αξιολόγηση ενός οίκου ούτε μόνο από το ύψος του δημόσιου χρέους της. Εξαρτάται από τη θέση που κατέχει στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Οι οίκοι αξιολόγησης μπορούν να επηρεάσουν το κλίμα, να αυξήσουν τη μεταβλητότητα και να αλλάξουν τις προσδοκίες των επενδυτών. Δεν μπορούν όμως να αναδιαμορφώσουν μόνοι τους την αρχιτεκτονική της παγκόσμιας οικονομίας.

Δεκαπέντε χρόνια αργότερα, οι συζητήσεις για την αποδολαριοποίηση, την άνοδο της Κίνας και τις φιλοδοξίες των BRICS παραμένουν έντονες. Ωστόσο, κάθε μεγάλη διεθνής κρίση εξακολουθεί να οδηγεί στο ίδιο αποτέλεσμα: τα παγκόσμια κεφάλαια επιστρέφουν στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα και στο δολάριο.

Το παράδοξο του 2011 παραμένει ζωντανό μέχρι σήμερα. Η μεγαλύτερη υποβάθμιση στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών δεν αποδυνάμωσε την κυριαρχία τους. Αντίθετα, απέδειξε ότι η πραγματική δύναμη του δολαρίου δεν πηγάζει από τρία γράμματα σε μια αξιολόγηση, αλλά από το γεγονός ότι, όταν ο κόσμος φοβάται, εξακολουθεί να μην έχει ένα ασφαλέστερο μέρος για να καταφύγει.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος