Το κρυφό όπλο του Ιράν που μπορεί να καθηλώσει τις ΗΠΑ
Πριν από έξι μήνες, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν την επιχείρηση «Επική Οργή» κατά του Ιράν. Στις επιδρομές συμμετείχε επίσης το Ισράηλ, με την επιχείρηση «Βρυχηθμός του Λιονταριού».
Σήμερα οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν λάβει τέλος, τουλάχιστον για την ώρα, το Ισραήλ έχει αποχωρήσει από την αποστολή και οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μετατοπίσει τον πόλεμο στο οικονομικό μέτωπο.
Κατά την διάρκεια των επιθέσεων, η Τεχεράνη αποφάσισε να ρίξει την «πυρηνική» της βόμβα κλείνοντας τα Στενά του Ορμούζ επιφέροντας άμεσο «πλήγμα» στις αγορές ενέργειας και την παγκόσμια οικονομία.
Παράλληλα, διαθέτει ακόμα αρκετές επιλογές για να πλήξεις τους αντιπάλους της. Μία συγκεκριμένη τακτική ωστόσο προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία σε πρώην αξιωματούχους και αναλυτές.
«Κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της» Τεχεράνης
Ποια είναι αυτή; Μια στοχευμένη κυβερνοεπίθεση του Ιράν στην καρδιά των ΗΠΑ, η οποία θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικό πλήγμα τόσο για την εθνική ασφάλεια όσο και για την καθημερινή ζωή των Αμερικανών.
Ήδη δημοσιεύματα έχουν ήδη συνδέσει το Ιράν με κυβερνοεπιθέσεις που σημειώθηκαν τον Ιούλιο, οι οποίες προκάλεσαν τη διακοπή λειτουργίας ενός σταθμού παραγωγής ενέργειας στο Ηνωμένο Βασίλειο και έως και 30 συστημάτων ύδρευσης στις ΗΠΑ.
«Ο κυβερνοχώρος είναι κομμένος και ραμμένος στα μέτρα της στρατηγικής ασύμμετρου πολέμου του Ιράν», σχολίασε στο Newsweek ο Φρανκ Σιλούφο, πρώην στέλεχος του αμερικανικού υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας.
Όπως εξηγεί, το Ιράν θα μπορούσε να αναζητήσει τα πιο ευάλωτα σημεία στην οικονομία και τις κρίσιμες υποδομές των ΗΠΑ, ώστε να επιφέρει πλήγμα και να προκαλέσει αβεβαιότητα σχετικά με το πότε και πού θα εκδηλωθεί η επόμενη επίθεση.
Από την έναρξη της σύγκρουσης, το Ιράν έχει ήδη επιδείξει την ικανότητα να στοχοθετεί data centers στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.
Σύμφωνα με τα λόγια του εκπροσώπου των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, ταξίαρχου Χοσεΐν Μοχεμπί: «Όταν καταστρέφουμε ένα data center της Amazon στο Μπαχρέιν, αυτό δεν σημαίνει ότι καταστρέφουμε μια εταιρεία ή ένα συγκρότημα· σημαίνει ότι έχουμε καταστρέψει και συντρίψει τον εγκέφαλο του επεξεργαστή λειτουργιών».
Ο Σιλούφο χαρακτήρισε αυτή τη στρατηγική «ιδιαίτερα διαφωτιστική», καθώς κατέδειξε ότι η Τεχεράνη έχει επίγνωση του γεγονότος ότι «τα data centers δεν αποτελούν πλέον απλώς εμπορικές εγκαταστάσεις, αλλά αποτελούν ολοένα και περισσότερο τη ραχοκοκαλιά των οικονομιών μας, των δυνατοτήτων τεχνητής νοημοσύνης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, της εθνικής ασφάλειας».
Για τον ίδιο, σε ένα εξαιρετικά δυσοίωνο σενάριο, το Ιράν θα μπορούσε να συνδυάσει τις δυνατότητές του σε μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους με μια πρόσθετη κυβερνο-διάσταση —ενδεχομένως ακόμη και με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης— προκειμένου να ασκήσει ταυτόχρονη πίεση σε φυσικούς και ψηφιακούς στόχους.
Ακόμη και «μια περιορισμένης κλίμακας διαταραχή», προειδοποίησε, «μπορεί να γιγαντωθεί και να διογκωθεί μέσω της παραπληροφόρησης και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δημιουργώντας την εντύπωση μιας πολύ μεγαλύτερης επίθεσης».
«Ένας αντίπαλος δεν χρειάζεται να καταστρέψει κρίσιμες υποδομές για να επιτύχει στρατηγικό αποτέλεσμα. Μπορεί να μετατρέψει μια τακτική διατάραξη σε δυσανάλογα μεγάλες οικονομικές, ψυχολογικές και πολιτικές συνέπειες», πρόσθεσε.
«Θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε μια ιρανική κυβερνοεπίθεση ως κάτι ξεχωριστό από μια ευρύτερη σύγκρουση. Η Τεχεράνη έχει περάσει δεκαετίες μαθαίνοντας να δρα ασύμμετρα σε διάφορα πεδία», συνέχισε. «Ο κυβερνοχώρος τής παρέχει ένα επιπλέον μέσο για να επεκτείνει τη δράση της πέρα από το πεδίο των μαχών και να μεταφέρει τις συνέπειες της σύγκρουσης απευθείας στο εσωτερικό της χώρας».
Οι επιθέσεις του Ιράν
Η Τεχεράνη έχει επίσης αποτελέσει συχνό στόχο κυβερνο-διεισδύσεων· ένα από τα πρώτα σημαντικά περιστατικά ήταν το διαβόητο σκουλήκι υπολογιστών Stuxnet, το οποίο εξαπλώθηκε και έθεσε εκτός λειτουργίας ή κατέστρεψε χιλιάδες συστήματα συνδεδεμένα με τις ιρανικές εγκαταστάσεις εμπλουτισμού πυρηνικού υλικού στα τέλη του 2009.
Το Ιράν διαθέτει μακρά ιστορία δράσης σε αυτό το πεδίο. Άρχισε να ενισύει τις δυνατότητές του σε αυτό τον τομέα από επίθεση που δέχθηκε από το κακόβουλο λογισμικό Stuxnet πριν από σχεδόν 15 χρόνια.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, οι κυβερνοεπιχειρήσεις που συνδέονται με το Ιράν αποδίδονται σε ομάδες που λειτουργούν ως πληρεξούσιοι, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας «Iranian Cyber Army» που έκανε την εμφάνισή της το 2009. Έκτοτε έχουν εμφανιστεί πολλές ακόμη, όπως αυτές που ονομάζονται APT (Advanced Persistent Threat ) 33 (Elfin Team), APT 34 (Helix Kitten), APT 42 (Mint Sandstorm) και MuddyWater.
Οι πρόσφατες φερόμενες ως ιρανικές επιθέσεις σε αμερικανικά συστήματα ύδρευσης δεν ήταν οι πρώτες του είδους τους. Δράστες που συνδέονται με το Ιράν είχαν κατηγορηθεί για παλαιότερες κυβερνοεπιθέσεις εναντίον φράγματος στη Νέα Υόρκη το 2013 και τοπικής υπηρεσίας ύδρευσης στην Πενσυλβάνια μία δεκαετία αργότερα, με την τελευταία να πραγματοποιείται από μια ομάδα που αυτοαποκαλείται CyberAv3ngers.
Η CyberAv3ngers είναι μία από τις ομάδες που εμφανίστηκαν μετά την έναρξη του πολέμου στη Γάζα, τον Οκτώβριο του 2023. Μια άλλη ομάδα, γνωστή ως Handala Hack Team, έχει αναλάβει την ευθύνη για σειρά επιθέσεων κατά τη διάρκεια της κρίσης στη Μέση Ανατολή, με πιο αξιοσημείωτη ίσως την καταστροφή των συστημάτων της αμερικανικής εταιρείας ιατρικού εξοπλισμού Stryker Corporation φέτος τον Μάρτιο.
Πιο πρόσφατα, την Τρίτη, το ημιεπίσημο ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων Tasnim μετέδωσε πληροφορίες για μια επιχείρηση του λεγόμενου «Cyber Support Front» με στόχο τη διείσδυση στο δίκτυο της ισραηλινής εταιρείας Novamill, η οποία φέρεται να εμπλέκεται στην κατασκευή οπλικών συστημάτων.
Τα πιο «ανησυχητικά σενάρια»
Ο Τζέισον Χίλι, της Σχολής Διεθνών και Δημοσίων Υποθέσεων του Πανεπιστημίου Κολούμπια, προειδοποίησε ότι «κάποια στιγμή σύντομα ενδέχεται να πετύχουν μια επίθεση σε υποδομές των ΗΠΑ που θα διαταράξει τις υπηρεσίες και ίσως ακόμη και να οδηγήσει σε θανάτους, άμεσα ή έμμεσα (για παράδειγμα, λόγω των διακοπών στην υδροδότηση που προκαλούν προβλήματα στη λειτουργία νοσοκομείων)».
«Ακόμη και για ένα περιορισμένης κλίμακας περιστατικό, οποιοσδήποτε πρόεδρος θα μπορούσε τότε να νιώσει την ανάγκη να απαντήσει στρατιωτικά και να μην το ανεχτεί, όπως άλλωστε συνηθίζεται», πρόσθεσε.
Αντίστοιχα, Ο Μάικλ Σάλμεγιερ, καθηγητής στη Σχολή Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Τζόρτζταουν διέκρινε πρόσφατα στο Foreign Policy διάφορους τρόπους με τους οποίους η Κίνα θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί κενά στις τοπικές αμερικανικές αμυντικές υποδομές, χρησιμοποιώντας κυβερνοεπιθέσεις ενισχυμένες με τεχνητή νοημοσύνη, σε περίπτωση κλιμάκωσης της έντασης γύρω από την Ταϊβάν. Το ίδιο θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στο Ιράν, υποστήριξε.
Τα πιο «ανησυχητικά σενάρια» που εξέτασε δεν αφορούν ένα μεμονωμένο, μαζικό πλήγμα τύπου «Περλ Χάρμπορ στον κυβερνοχώρο», αλλά ένα κύμα επιχειρήσεων με στόχο κρίσιμες υποδομές, είτε εντός των ΗΠΑ είτε σε χώρες-εταίρους της περιοχής, ή ενδεχομένως έναν συνδυασμό και των δύο. Πέρα από τα συστήματα ύδρευσης και ηλεκτροδότησης, στους άλλους στόχους ενδιαφέροντος περιλαμβάνονται αγωγοί και εργοστάσια.
Η αμερικανική αδυναμία
Ο Σάλμεγιερ έκρουσε επίσης τον κώδωνα του κινδύνου για τον ανεπαρκή ρυθμό με τον οποίο οι ΗΠΑ προσαρμόζονται στις ραγδαία εξελισσόμενες δυνατότητες των κυβερνοεπιθέσεων που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη, καθώς ορισμένα συστήματα απαιτούν χρόνια για να εκσυγχρονιστούν επαρκώς ώστε να ανταποκρίνονται στο τρέχον τοπίο απειλών.
Και ενώ επισήμανε ότι «οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, μεταξύ άλλων, διαθέτουν επίσης σημαντική πολεμική ισχύ στον κυβερνοχώρο», υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο κατά την αντιμετώπιση των μονάδων κυβερνοπολέμου του Ιράν, σε μια χρονική στιγμή που η Ισλαμική Δημοκρατία διεξάγει αυτό που θεωρούσε υπαρξιακό πόλεμο.
«Σε αντίθεση με πολλά άλλα κράτη, οι ηγέτες στην Τεχεράνη πιθανότατα θεωρούν ότι έχουν λιγότερα να χάσουν όταν διεξάγουν κυβερνοεπιχειρήσεις με στόχο την πρόκληση αναστάτωσης», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Η στρατηγική της Τεχεράνης
Το Ιράν φαίνεται ήδη να αποκομίζει αθόρυβα κέρδη μέσω της στρατηγικής «διπλής κατεύθυνσης» που διακρίνει η Νικίτα Σαχ του Center for Strategic and International Studies.
Η πρώτη αφορά τη χρήση κυβερνοκατασκοπείας για την υποστήριξη πληγμάτων με συμβατικά μέσα, μέσω της παροχής πληροφοριών για την επιλογή στόχων και την εκτίμηση των ζημιών στο πεδίο της μάχης, ενώ η δεύτερη αφορά σε προσπάθειες διαμόρφωσης του αφηγήματος σχετικά με τη σύγκρουση και τα γεγονότα που τη λειτουργούν υπέρ της Τεχεράνης, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής χρήσης επιχειρήσεων στα μέσα ενημέρωσης που ενισχύονται από την τεχνητή νοημοσύνη.
«Αυτό σημαίνει τη χρήση απειλητικών, αλλά ευκαιριακών, κυβερνοεπιθέσεων για την πρόκληση ανταραχής σε τοπικό επίπεδο και, στη συνέχεια, την ενίσχυση του αντικτύπου αυτών των επιθέσεων μέσω των διεθνών μέσων ενημέρωσης», εξήγησε. «Αυτό εξυπηρετεί τους στόχους του Ιράν στον τομέα του πολέμου των πληροφοριών, καθώς προκαλεί και διχάζει διάφορα ακροατήρια ανά τον κόσμο, σπέρνοντας τον φόβο και τον διχασμό, στοιχεία που μπορεί να εργαλειοποιήσει κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης», πρόσθεσε.
Και σε αυτούς τους στόχους περιλαμβάνονται αμερικανικοί οργανισμοί και επιχειρήσεις. «Το Ιράν θα επιδιώξει να τους παρασύρει στον πόλεμο, στοχεύοντάς τους με κυβερνοεπιθέσεις χαμηλής έντασης», εκτίμησε η Σαχ. «Με άλλα λόγια, ο στόχος είναι να προκληθούν παράπλευρες απώλειες. Το Ιράν θα θελήσει να κάμψει το ηθικό της αμερικανικής κοινής γνώμης, ελπίζοντας ότι αυτό θα στρέψει τους Αμερικανούς πολίτες κατά του πολέμου, ως μέσο φθοράς».
Με πληροφορίες από Newsweek
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


