Το σκάκι του Δένδια στην Ουάσιγκτον, η αγαπημένη όλων Τουρκία, ο happy traveller της πολιτικής και ο ελληνικός σουρεαλισμός στα καλύτερά του
Στην Ουάσιγκτον, αυτές τις μέρες, τα χαμόγελα είναι πολλά, οι κάμερες ακόμη περισσότερες – και τα μηνύματα προσεκτικά κωδικοποιημένα. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας περνά το κατώφλι του Πενταγώνου για συνάντηση με τον Αμερικανό υπουργό Πολέμου Πιτ Χέγκσεθ, σε μια επίσκεψη που επισήμως «κουμπώνει» με το Φόρουμ των Δελφών, ανεπίσημα όμως εντάσσεται στο γνωστό παιχνίδι των ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Και όταν λέμε παιχνίδι, εννοούμε σκάκι υψηλού επιπέδου – όχι τάβλι παραλίας.
Ακολουθεί και δεύτερη συνάντηση, με τον υφυπουργό Πολέμου των ΗΠΑ για θέματα Αμυντικής Πολιτικής Έλμπριτζ Κόλμπι. Εκεί, λένε οι γνωρίζοντες, μπαίνουν τα «λεπτά γράμματα»: διμερής συνεργασία, εξοπλισμοί, ισορροπία δυνάμεων. Με λίγα λόγια, τι παίρνει ποιος – και πότε.
Η επίσκεψη έρχεται στον απόηχο της προαναγγελίας της επίσκεψης του Ντόναλντ Τραμπ στην Αθήνα, από την Αμερικανίδα πρέσβη Κίμπερλι Γκιλφόιλ. Μόνο που την ώρα που στην Αθήνα συζητάμε για επισκέψεις και τιμές, στην Άγκυρα το κλίμα είναι διαφορετικό. Ο Αμερικανός πρέσβης Τομ Μπάρακ μιλά ανοιχτά για «λύση» στο ζήτημα των F-35 για την Τουρκία μέσα στους επόμενους 4 με 6 μήνες. Με αναδρομές στους S-400, στο CAATSA και με μια ατάκα που λέει πολλά: αν δεν τους πουλήσουμε εμείς, θα τα βρουν αλλού. Το μήνυμα σαφές, σχεδόν κυνικό.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, έρχεται από τη Μόσχα και ο Σεργκέι Λαβρόφ να θυμίσει – με περηφάνια – ότι η Σοβιετική Ρωσία στήριξε την Τουρκία του Κεμάλ με όπλα, πυρομαχικά και χρυσό. Ένα ιστορικό «παράσημο» που στην Αθήνα διαβάζεται αλλιώς. Τελικά βρε παιδί μου όλοι τους αγαπούν τους γείτονές μας.
Το παρασκήνιο, λοιπόν, είναι καθαρό: η Ελλάδα επενδύει στη στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ, οι ΗΠΑ κρατούν ανοιχτούς όλους τους διαύλους – και η Τουρκία παραμένει το μόνιμο «αγκάθι» που όλοι θέλουν να διαχειριστούν, αλλά κανείς δεν θέλει πραγματικά να δυσαρεστήσει. Σε αυτό το σκηνικό, τα χαμόγελα περισσεύουν. Οι απαντήσεις, όχι.
Το τζάμπα πέθανε και κάποιος… αλλαξο(μ)πίστησε (πάλι)
Στα εσωτερικά τώρα, δεν χρειάζεται καν να ψάξεις βαθιά για «πολιτικό σνομπισμό» όταν η ίδια η πραγματικότητα σε βοηθάει: σε μια εποχή που η κοινωνική ανισότητα γράφει καθημερινά νέα σκληρά ρεκόρ, η Χριστίνα Αλεξοπούλου κατάφερε με μια φράση να γίνει το σκίτσο μιας ολόκληρης πολιτικής αντίληψης. Όταν οι μισθοί των εκπαιδευτικών δεν φτάνουν για να καλύψουν ούτε στοιχειώδη έξοδα και η κοινωνία ζητά απαντήσεις, εκείνη απαντά ότι «το τζάμπα πέθανε». Το θεωρεί «έξυπνο». Αυτό είναι το πιο τραγικό. Όταν χάνεις την επαφή με την πραγματική ζωή συμβαίνουν και αυτά.
Και σαν να μην έφταναν αυτά, είχαμε και την αποχώρηση – βόμβα (!) του Νίκου Μπίστη από τη Νέα Αριστερά. Ο happy traveler της ελληνικής πολιτικής σκηνής ξεκίνησε από το ΚΚΕ, πήγε στο ΚΚΕ Εσωτερικού για να μεταπηδήσει τελικά στον Συνασπισμό της Αριστεράς. Ούτε και εκεί στέριωσε, για αυτό συμμετείχε στην ίδρυση της Ανανεωτικής Εκσυγχρονιστικής Κίνησης της Αριστεράς (αν δεν την θυμάστε είναι δείγμα υγείας), πριν μετακομίσει στο ΠΑΣΟΚ. Αφού τσακώθηκε και με τους εκεί συντρόφους, βρήκε στέγη στη ΔΗΜΑΡ, για να επιστρέψει λίγο αργότερα στα πράσινα και στην Ελιά – Δημοκρατική Παράταξη και τελικά να βρεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ. Μετά την επιθετική εξαγορά του κόμματος από τον Κασσελάκη, έφυγε για τη Νέα Αριστερά. Κάπως έτσι τον ακολουθεί και μία άδικη φήμη, πως όποιο κόμμα του ανοίγει τις πύλες του, δεν αργεί να φτάσει στη διάλυση.
Φήμες, φήμες
Ας φύγουμε όμως από τα της πολιτικής για να πάμε στα χρηματιστηριακά, καθώς η αγορά…βουίζει. Η αναρρίχηση των μετοχών σε πολυετή ή ιστορικά υψηλά επίπεδα έχει πυροδοτήσει ένα μπαράζ σεναρίων για τις εισηγμένες, σε μια προσπάθεια να δικαιολογηθούν οι γενναιόδωρες αποτιμήσεις.
Εξαγορές, πωλήσεις και συγχωνεύσεις συμπεριλαμβάνονται στο βασικό «μενού» των όσων ακούγονται καθημερινά για την τάδε ή τη δείνα εταιρεία, ανεξαρτήτου μεγέθους ή θεμελιωδών στοιχείων. Το θέμα είναι ότι τις περισσότερες φορές όλη αυτή η φημολογία είναι απλώς… φημολογία και τίποτα περισσότερο. Γι’ αυτόν τον λόγο απαιτείται μεγάλη προσοχή στην αξιολόγηση των πληροφοριών.
ΟΠΑΠ και Jumbo κεντρίζουν το ενδιαφέρον
Με… φόρα έχει μπει ο Φεβρουάριος για τις εισηγμένες του Χρηματιστηρίου Αθηνών, καθώς ο τρέχων μήνας περιλαμβάνει δύο σημαντικά εταιρικά γεγονότα.
Το πρώτο αφορά την αυριανή (4/2) έκτακτη Γενική Συνέλευση της Jumbo, με τους μετόχους να καλούνται να εγκρίνουν την πρόταση της διοίκηση Βακάκη για τη διανομή μερίσματος 0,5 ευρώ/μετοχή ή αλλιώς 67,1 εκατ. ευρώ. Στην ατζέντα συμπεριλαμβάνεται και η επέκταση των δραστηριοτήτων της εισηγμένης στα προϊόντα καπνού.
To δεύτερο σχετίζεται με τη λήξη της προθεσμίας άσκησης του δικαιώματος εξόδου από τη διασυνοριακή συγχώνευση μεταξύ ΟΠΑΠ και Allwyn. Όσοι διαφωνούν έχουν τη δυνατότητα να διαθέσουν τις μετοχές τους στην τιμή των 19,04 ευρώ, χάνοντας όμως το δικαίωμα είσπραξης στο συμπληρωματικό μέρισμα του 0,8 ευρώ, το οποίο έχει προαναγγείλει η διοίκηση Κάρας. Οι ενδιαφερόμενοι οφείλουν να έχουν γνωστοποιήσει επισήμως την πρόθεσή τους έως τις 9 Φεβρουαρίου.
Το λάθος
Δεν θα μπορούσαμε να μην αναφερθούμε τέλος σε μία είδηση που αποτυπώνει όλον τον σουρεαλισμό της ελληνικής πραγματικότητας. Χθες λοιπόν, ο Ρουβίκωνας —αυτό που αυτοπροσδιορίζεται ως «συλλογικότητα»— μας ενημέρωσε με στόμφο και πολιτικό βάθος ότι έκανε ένα λάθος. Όχι στη λογική. Όχι στη μέθοδο. Όχι στο ότι θεωρεί φυσιολογικό να παίρνει τον νόμο στα χέρια του και να κάνει «παρεμβάσεις» με βαριοπούλες. Το λάθος ήταν άλλο: έσπασε τη λάθος εταιρεία.
Γιατί, βλέπετε, ο Ρουβίκωνας δεν «τα σπάει». Παρεμβαίνει. Δεν επιτίθεται. Απαντά. Δεν κάνει μπάχαλο. Παράγει «υψηλό συμβολισμό». Και μέσα σε αυτό το παράλληλο σύμπαν, όπου η αυτοδικία βαφτίζεται πολιτική πράξη και η καταστροφή περιουσίας κοινωνικό σχόλιο, το μόνο που μπορεί να πάει στραβά είναι η διεύθυνση.
Λεπτομέρεια. Στο αφήγημα του Ρουβίκωνα, το να μπαίνεις ξημερώματα με βαριοπούλες, να διαλύεις περιουσίες και να απονέμεις «δικαιοσύνη» à la carte δεν είναι πρόβλημα. Είναι πολιτική πράξη. Είναι «υψηλός συμβολισμός». Είναι σχεδόν… καθήκον. Το μόνο μεμπτό, το μόνο που χρήζει αυτοκριτικής, είναι ότι ο τοίχος ανήκε σε άλλον.
Κατά τα άλλα, όλα καλά. Η ανακοίνωση μάλιστα αποπνέει και έναν ιδιότυπο ηθικό πλεονέκτημα: εμείς αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας, λένε. Θα αποζημιώσουμε την εταιρεία που χτυπήθηκε κατά λάθος.
Όχι, δεν υπάρχει προβληματισμός για το αν μια αυτοανακηρυγμένη «συλλογικότητα» μπορεί να λειτουργεί ως δικαστής, ένορκος και εκτελεστικό όργανο. Δεν υπάρχει δεύτερη σκέψη για το αν η βία, ακόμη κι όταν ντύνεται με ιδεολογικά συνθήματα, παραμένει βία. Το μόνο ζήτημα είναι η ακρίβεια στόχευσης. Το GPS της οργής. Τελικά έχουμε και τους μπαχαλάκηδες που μας αξίζουν.


