Το Σύνταγμα και η φοβική αντιπολίτευση

Ημερομηνία: 23-02-2026


Φόρτωση Text-to-Speech…

Η κυβέρνηση, θεωρώντας ότι υπάρχει ανάγκη αναθεώρησης συγκεκριμένων συνταγματικών διατάξεων, επέλεξε να ανοίξει το ζήτημα σε δημόσια πολιτική διαβούλευση με σαφή χρονική απόσταση από τις επόμενες εκλογές. Οι βασικοί άξονες της συζήτησης –ανάμεσά τους η ποινική ευθύνη υπουργών, ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, η αξιολόγηση στη δημόσια διοίκηση, το δημοσιονομικό φρένο, το καθεστώς των ιδιωτικών πανεπιστημίων– δεν αιφνιδιάζουν. Πρόκειται για ζητήματα που απασχολούν επί δεκαετίες τον δημόσιο διάλογο και σε μεγάλο βαθμό έχουν ωριμάσει ως αιτήματα εκσυγχρονισμού. Παρά τις επιμέρους διαφωνίες, έχει διαμορφωθεί ένα ευρύ κοινωνικό υπόβαθρο υπέρ αλλαγών που χρονίζουν. Σε αυτό το πλαίσιο η κυβέρνηση προωθεί μια σημαντική θεσμική μεταρρύθμιση, ενώ η αντιπολίτευση εμφανίζεται να την αντιμετωπίζει αρνητικά – επιλογή που ενδέχεται να συνεπάγεται μεγάλο πολιτικό κόστος.

Στο διαδικαστικό επίπεδο, η συνταγματική πορεία της αναθεώρησης προβλέπει δύο στάδια. Στο πρώτο, η σημερινή Βουλή καθορίζει με απλή πλειοψηφία (151 ψήφοι) τις διατάξεις που χρήζουν αναθεώρησης, ενώ στο δεύτερο, η επόμενη Βουλή αποφασίζει με αυξημένη πλειοψηφία (180 ψήφοι) για το τελικό τους περιεχόμενο. Αν όμως η παρούσα Βουλή διαπιστώσει την ανάγκη αναθεώρησης με αυξημένη πλειοψηφία, η επόμενη μπορεί να ολοκληρώσει την αναθεώρηση με απλή. Η εναλλαγή αυτή αποτυπώνει τη θεσμική λογική του Συντάγματος: η μεταβολή του να στηρίζεται είτε σε ευρεία αρχική συναίνεση είτε σε ισχυρή τελική επικύρωση. Σε κάθε περίπτωση, η αναθεώρηση δεν είναι προϊόν στιγμιαίου συσχετισμού μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αλλά αποτέλεσμα διαδοχικής δημοκρατικής νομιμοποίησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η αναζήτηση συναίνεσης αποκτά ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Μια ευρύτερη συμφωνία ως προς την αναθεωρητέα ύλη μπορεί να αποσυμπιέσει ένα πολωμένο περιβάλλον, να ενισχύσει τη θεσμική αξιοπιστία της διαδικασίας και να δημιουργήσει όρους συνέχειας για την επόμενη Βουλή. Δεν πρόκειται για άρση πολιτικών διαφορών, αλλά για αναγνώριση ότι η αναθεώρηση απαιτεί ένα ελάχιστο κοινό έδαφος ώστε, σε αρμονία μάλιστα με μια ευρεία κοινωνική βούληση, η θεσμική αλλαγή να εκληφθεί ως συλλογική επιλογή – όχι ως μονομερής επιβολή. Η αναθεωρητική πρωτοβουλία, συνεπώς, δεν μπορεί να περιορίζεται σε αριθμητικούς συσχετισμούς, ούτε να εξαρτάται από υποθέσεις για τη σύνθεση της επόμενης κυβερνητικής πλειοψηφίας, εφόσον βέβαια αυτή προκύπτει με δημοκρατικό τρόπο. Οφείλει να συνδέει τη νομιμότητα της διαδικασίας με τον πολιτικό της στόχο, δηλαδή την ενίσχυση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και την προσαρμογή τους στις σύγχρονες ανάγκες. Αντί γι’ αυτό, το μεγαλύτερο μέρος της αντιπολίτευσης αντιδρά προς το παρόν φοβικά, αφήνοντας στην πράξη το πεδίο πρωτοβουλίας στην κυβέρνηση. Με δεδομένα ότι, πρώτον, η τελευταία διαθέτει ήδη την αναγκαία πλειοψηφία για να ορίσει μόνη της τον κατάλογο των αναθεωρητέων διατάξεων, δεύτερον, ότι η κοινωνία δείχνει να αποδέχεται την ανάγκη της συνταγματικής αναθεώρησης και, τρίτον, ότι η συστημική αντιπολίτευση έχει μιας πρώτης τάξεως δυνατότητα να προωθήσει τις θέσεις της και να επηρεάσει ουσιαστικά τη συζήτηση κατά το πρώτο στάδιο της διαδικασίας – μια συζήτηση που θα διαμορφώσει και το πολιτικό κλίμα των επόμενων εκλογών, η ευκαιρία αυτή δεν πρέπει να χαθεί.

Η αντιπολίτευση, προβλέποντας ότι οι επόμενες εκλογές δύσκολα θα δώσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση και φοβούμενη τη συμμετοχή μη συστημικών δυνάμεων σε μια μελλοντική συγκυβέρνηση, αντιμετωπίζει την αναθεωρητική πρωτοβουλία με επιφύλαξη – αν όχι με διάθεση απόρριψης. Γι’ αυτό, παραβλέποντας τους ελεγκτικούς μηχανισμούς που ενσωματώνει το Σύνταγμα και πολιτικοποιώντας τη διαδικασία, δείχνει αποφασισμένη να αποτρέψει ευρύτερες συναινέσεις που θα επέτρεπαν στην επόμενη κυβέρνηση να ασκήσει συντακτικό ρόλο. Η ανησυχία όμως για τη διακυβερνησιμότητα της επόμενης Βουλής δεν αποτελεί δικαιολογία για έλλειψη συμμετοχικότητας και απουσία ουσιαστικού διαλόγου στη σημερινή – ιδίως όταν η αντιπολίτευση θα μπορούσε ήδη να επιδιώξει δημόσια δέσμευση της κυβέρνησης ότι θα σεβαστεί τα συμφωνηθέντα στην επόμενη συντακτική φάση.

Το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν θα υπάρξει αναθεώρηση, αλλά αν αυτή θα είναι προϊόν δυναμικής συμμετοχής ή ηττοπαθούς αποχής. Η συνταγματική διαδικασία αποτελεί, πρωτίστως, πολιτική και νομοθετική ευθύνη των κομμάτων στο σύνολό τους.

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί σπάνια στιγμή θεσμικής ωρίμανσης από την οποία η αντιπολίτευση δεν έχει λόγο να αυτοαποκλειστεί. Ο φόβος για το πώς θα κινηθεί η επόμενη Βουλή –πέρα από το ότι υπονομεύει τη λογική της συνταγματικής διαδικασίας– δεν αποτελεί ουδέτερη στάση, αποκαλύπτει δυσπιστία προς τη δημοκρατική διαδοχή και οδηγεί σε παθητική αποδοχή. Eτσι, αν δεν διεκδικήσει πολιτικό κεφάλαιο μέσω της δημιουργικής συμμετοχής στην αναθεωρητική διαδικασία, η αντιπολίτευση κινδυνεύει να εκχωρήσει στην κυβέρνηση τη μονοπώληση των μεταρρυθμίσεων.

Καταλήγω με τρεις αλληλένδετες σκέψεις που θα άξιζε, ίσως, να απασχολήσουν και την αντιπολίτευση. Πρώτον, η ίδια η ετυμολογία της λέξης «Σύνταγμα» φωτίζει το διακύβευμα – ότι, δηλαδή, οι πολιτικές δυνάμεις καλούνται να συν-ταχθούν με σκοπό να συν-τάξουν τους κοινούς κανόνες της πολιτείας. Δεύτερον, στις σημερινές συνθήκες το πραγματικό δίλημμα δεν είναι αν θα υπάρξει αναθεώρηση, αλλά αν αυτή θα είναι προϊόν δυναμικής συμμετοχής ή ηττοπαθούς αποχής. Και, τέλος, τόσο η φύση της σκοπούμενης διαδικασίας όσο και οι νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στην εποχή μας δείχνουν ότι η συνταγματική διαδικασία είναι πολύ σοβαρό ζήτημα για να αφεθεί αποκλειστικά στους συνταγματολόγους. Αυτή αποτελεί, πρωτίστως, πολιτική και νομοθετική ευθύνη των κομμάτων στο σύνολό τους.

*Ο κ. Τάκης Σ. Παππάς είναι πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος