Το ταμπού που έγινε κανόνας
Η αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν δεν σηματοδοτεί απλώς μια νέα φάση έντασης στη Μέση Ανατολή. Σηματοδοτεί κάτι βαθύτερο: τη μετατροπή ενός παλιού ταμπού σε εργαλείο πολιτικής.
Για μισό αιώνα, η Ουάσιγκτον απέφευγε να πλήξει ευθέως τον στρατηγικό πυρήνα της Ισλαμικής Δημοκρατίας, ακόμη και όταν ιρανικές επιθέσεις μέσω πληρεξουσίων στοίχιζαν αμερικανικές ζωές. Το καλοκαίρι, με την επιχείρηση “Midnight Hammer” και τα πλήγματα σε Φορντό, Νατάνζ και Ισφαχάν, αυτή η αυτοσυγκράτηση έσπασε. Αλλά ακόμη και τότε η κίνηση ήταν ελεγχόμενη.
Οι συντονισμένες επιδρομές από ΗΠΑ και Ισραήλ, που ξεκίνησαν χθες και συνεχίζονται δεύτερη ημέρα σήμερα με σφοδρότητα, αποκαλύπτουν ότι αυτό που κάποτε χαρακτηριζόταν ταμπού έγινε πλέον κανόνας.
Για δεκαετίες, η αντιπαράθεση ήταν έμμεση: κυρώσεις, κυβερνοεπιχειρήσεις, ναυτικά επεισόδια, πόλεμοι μέσω τρίτων. Η λογική της αποτροπής βασιζόταν στον φόβο της ιρανικής αντεκδίκησης και στον κίνδυνο πετρελαϊκού σοκ. Όμως το πλαίσιο μετατοπίστηκε. Το πυρηνικό ζήτημα πέρασε από τη διαχείριση ικανότητας στη διαχείριση αβεβαιότητας.
Η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας δεν μπορεί πλέον να επαληθεύσει το καθεστώς εμπλουτισμού, ούτε τα αποθέματα που είχαν φθάσει τα 440,9 κιλά σε καθαρότητα 60%. Όταν η επιτήρηση καταρρέει, η αμφισημία λειτουργεί ως πολιτικό καύσιμο: τα «γεράκια» δεν χρειάζονται αποδείξεις, οι «περιστερές» καλούνται να αποδείξουν το δικό τους αφήγημα. Και συνήθως αποτυγχάνουν.
Παράλληλα, η ιρανική αποτρεπτική ισχύς δείχνει φθαρμένη μετά από έναν χρόνο περιφερειακών συγκρούσεων που αποδυνάμωσαν τα δίκτυα πληρεξουσίων και την αεράμυνα. Η αίσθηση ότι μια αμερικανική διοίκηση μπορεί να πλήξει και να αντέξει την απάντηση ενίσχυσε την πεποίθηση πως η εξαναγκαστική πίεση δεν είναι πλέον έσχατη λύση, αλλά προεπιλογή. Σε αυτό προστέθηκε η σύγκλιση με το Ισραήλ. Πολλοί σχολιάζουν ότι ο Νετανίαχου «έσυρε» τον Τραμπ στον πόλεμο αυτό. Αναλυτές στον Economist διαφωνούν. Σημειώνουν πως ήταν ένας απολύτως συνειδητός και υπολογισμένος από τον Αμερικανό πρόεδρο συντονισμός.
Η στρατηγική που προβάλλεται –«αποκεφαλισμός» αντί κατοχής, βόμβες αντί στρατευμάτων– εδράζεται σε μια κρίσιμη διάκριση: αποτροπή έναντι εξαναγκασμού. Η αποτροπή αποσκοπεί στο να εμποδίσει τον αντίπαλο να ξεκινήσει κάτι. Ο εξαναγκασμός επιχειρεί να αναγκάσει τον αντίπαλο να σταματήσει ή να αναστρέψει κάτι που ήδη κάνει. Είναι δυσκολότερος, διότι απαιτεί διαρκή πίεση ώσπου να υπάρξει κίνηση.
Ωστόσο υπάρχει κάτι που ΗΠΑ και Ισραήλ φαίνεται να κάνουν πως αγνοούν. Μιλούν για «ανατροπή καθεστώτος» και η αλήθεια είναι πως όλοι θα ήθελαν να δουν το Ιράν να εξελίσσεται από θεοκρατία σε μία πραγματική φιλελεύθερη δημοκρατία. Αλλά τα καθεστώτα καταρρέουν όταν ραγίζουν οι μηχανισμοί ασφαλείας, όταν οι ελίτ αποσκιρτούν, όταν ο δρόμος οργανώνεται ή όταν ξένη δύναμη καταλαμβάνει έδαφος. Οι βομβαρδισμοί μπορούν να επιταχύνουν τέτοιες δυναμικές, αλλά μπορούν και να τις καταπνίξουν. Στο Ιράν αυτή τη στιγμή η «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» είναι εξίσου πιθανή με τη διάρρηξη του καθεστώτος.
Αν το καθεστώς πέσει, θα είναι πιθανότατα επειδή ράγισαν οι εσωτερικοί μηχανισμοί του – όχι επειδή το προκάλεσε η αεροπορική ισχύς. Αν επιβιώσει, όμως, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να επιλέξει: στενός ορισμός της νίκης και αποχώρηση ή επιδίωξη ενός ηθικολογικού στόχου που οδηγεί σε περαιτέρω κλιμάκωση με ζοφερές συνέπειες πολύ πέραν των συνόρων της Μέσης Ανατολής.


