«…το θέατρο είναι ζωντανό και ζει στο τώρα…»
© Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
H παράσταση «Πάρανταϊζ – Η αίθουσα κλιματίζεται» επιστρέφει για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο 104 [Ευμολπιδών 41, Γκάζι].
Η ομάδα Seven Sisters, συνεχίζοντας τη δημιουργική της συνομιλία με τα κείμενα της Λένας Κιτσοπούλου, επαναλαμβάνει τo ανέβασμα· σκηνοθετεί η Γιώτα Σερεμέτη· μίλησε μαζί μας.
Η παράσταση «Πάρανταϊζ – Η αίθουσα κλιματίζεται» επιστρέφει, για δεύτερη χρονιά, μετά τη θερμή ανταπόκριση του κοινού. Τι πιστεύετε ότι άγγιξε περισσότερο τους θεατές και έκανε το έργο να συνεχίσει το ταξίδι του;
«Θα έλεγα κατ’ αρχήν πως και οι εφτά υπάρχουμε με μια αλήθεια πάνω στη σκηνή -δεν εννοώ υποκριτικά, αλλά ουσιαστικά. Φτιάχνουμε τις παραστάσεις μας με τέτοιο τρόπο, ώστε να “χωράμε ολόκληρες” επί σκηνής. Με τα άγχη μας, με τις αμηχανίες μας, με τα λάθη μας, αγκαλιάζουμε κάθε τι απρόοπτο που μπορεί να συμβεί κατά τη διάρκεια της παράστασης –γιατί το θέατρο είναι ζωντανό και ζει στο τώρα. Δεν κρύβουμε τίποτα· όταν μπαίνει το κοινό είμαστε επί σκηνής, τους μιλάμε, μας μιλάνε. Χτυπάμε τα κουδούνια, τους ρωτάμε αν κρυώνουν. Είχα μια προσωπική ανάγκη να καταργήσω κάθε τι που κάνει τα πράγματα στο θέατρο να φαίνονται πολύ επίσημα και, τελικά, αποστειρωμένα. Γιατί με άγχωναν πολύ. Η αναμονή στα παρασκήνια, χωρίς να βλέπω τον κόσμο. Το τρίτο κουδούνι που ήταν το σήμα ότι τώρα τέλος, ξεκινάει η παράσταση και πρέπει να είναι όλα έτοιμα στη θέση τους. Κι αυτή η ανάγκη έγινε, τελικά, καλλιτεχνική θέση. Κι αυτή η θέση μάς κάνει όλες να αισθανόμαστε ασφαλείς. Κι έχω την αίσθηση πως φέρνει το κοινό πιο κοντά σε μια αλήθεια που δεν έχει συνηθίσει στο θέατρο· κάνει τους θεατές συνένοχους κι όχι απλούς παρατηρητές.
Το άλλο κομμάτι έχει να κάνει με τις ίδιες τις ιστορίες που αφηγούμαστε. Η Λένα έχει έναν μοναδικό τρόπο να ξυπνάει αναμνήσεις και να σε κάνει να βρίσκεις ατόφια κομμάτια σου μέσα στα διηγήματά της. Όπως λέμε και στον πρόλογο της παράστασης, οι ιστορίες αυτές, πέραν του ότι μιλάνε για τον έρωτα και το σεξ, έχουν να κάνουν με κάτι πιο βαθύ που ακουμπά στη μνήμη· κι αν μου επιτρέπετε τον όρο: στην “ελληνική συλλογική μνήμη”. Και πιστεύω πως το κοινό βρίσκει στην παράσταση κομμάτια από τα καλοκαίρια του, από τους έρωτες που έζησε κι από αυτούς που προσδοκά να ζήσει».

Τα κείμενα της Λένας Κιτσοπούλου είναι αιχμηρά, ωμά και βαθιά ελληνικά. Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στη σκηνική τους μεταφορά και πώς δουλέψατε με τις ηθοποιούς, ώστε οι ιστορίες να αποκτήσουν προσωπικό και σωματικό αποτύπωμα επί σκηνής;
«Είναι η δεύτερη φορά που δουλεύει η ομάδα με κείμενα της Λένας και νομίζω πως όχι απλά έχουμε εξοικειωθεί με τη γραφή της αλλά συντονιζόμαστε και στο πόσο μας συγκινεί και στο πόσο επιθυμούμε να επικοινωνήσουμε αυτές τις ιστορίες με τον κόσμο. Κατ’ επέκταση έχουμε όλες κοινή εκπαίδευση και, έχοντας αποκτήσει και κοινό κώδικα, θεωρώ πως ξεκινάμε από μια πολύ γερή βάση.
Κάνουμε αφηγηματικό θέατρο, το λεγόμενο “story telling”, και στο “Πάρανταϊζ” κάθε μία από εμάς αφηγείται κι από μία ιστορία. Το βασικό ζητούμενο ήταν να βρεθεί κάθε φορά η ισορροπία ανάμεσα στον ρόλο της κεντρικής ηρωίδας, που είναι ταυτόχρονα και αφηγήτρια. Θέλουμε την απόσταση της story teller αλλά και την “τόσο όσο” συναισθηματική εμπλοκή της ηρωίδας. Μου αρέσει πολύ να παίζω με αυτή την ισορροπία. Οι ηθοποιοί είναι, ταυτόχρονα, και “μέσα” και “έξω”. Οι υπόλοιποι ρόλοι σε κάθε ιστορία παίζονται από τις άλλες έξι ηθοποιές που αποτελούν ένα είδος σύγχρονου χορού. Και σε αυτήν την περίπτωση αναζητάμε την ισορροπία. Να είμαι ρόλος –τόσο όσο.
Δεν μας αφορά καθόλου η πολυπόθητη ταύτιση με τους ρόλους. Το βρίσκω λιγάκι ναρκισσιστικό και συνοδεύεται συνήθως από μια ασυνείδητη -η και συνειδητή κάποιες φορές- ανάγκη των ηθοποιών να πουν “κοιτάξτε με τι ωραία που παίζω”. Και στην περίπτωση αυτή, βγαίνουν πάνω από την ιστορία. Για εμάς, πάνω στη σκηνή πρωταγωνιστεί πάντα η ιστορία· και το θέατρο είναι, πάνω απ’ όλα, παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που το αντιμετωπίζουμε με σοβαρότητα αλλά όχι με σοβαροφάνεια.
Ένα άλλο μεγάλο στοίχημα ήταν για μας το να μεταμορφώσουμε τον χώρο σκηνογραφικά. Πέρυσι παίζαμε στο open space του 104 -ένας λευκός χώρος καθόλου θεατρικός, ενώ φέτος παίζουμε στην κεντρική σκηνή του 104 –ένας θεατρικός χώρος black box. Και στις δύο περιπτώσεις, πάντως, κληθήκαμε να δημιουργήσουμε την αίσθηση που προκαλούν τα διηγήματα όταν τα διαβάζει κανείς. Τα χρώματα, τις εικόνες, τους ήχους, τις μυρωδιές. Πιστεύω πως το έχουμε καταφέρει. Χάρη στη συνεργάτιδα “πολυεργαλείο” Λυδία που κάνει σκηνικά, κοστούμια, βίντεο και φώτα –πάντα φυσικά και με την βοήθεια όλης της ομάδας γιατί δουλεύουμε μόνο συλλογικά– θεωρώ καταφέρνουμε να βάλουμε για δύο ώρες τους θεατές μέσα στον κόσμο των ιστοριών μας. Ελληνικό καλοκαίρι, έρωτας και σεξ».

Σε μια κοινωνία που ακόμη δυσκολεύεται να μιλήσει ανοιχτά για τη γυναικεία επιθυμία, τι σημαίνει για εσάς να ανεβάζετε μια παράσταση που τοποθετεί στο κέντρο το γυναικείο σώμα και τον έρωτα χωρίς ενοχές;
«Πάντα ξεκινάω από μέσα μου για να δημιουργήσω· τι έχω εγώ ανάγκη να πω και σε ποια φάση ζωής βρίσκομαι. Κάποιες φορές δεν είναι καν συνειδητό. Στην προηγούμενη δουλειά με την ομάδα μιλήσαμε για την ελληνική οικογένεια, την πατριαρχία και την κακοποίηση. Όταν διάλεξα τα κείμενα, δεν ήξερα ακόμα τι θέλω να πω. Απλά διάλεξα πέντε ιστορίες που με συγκινούσαν. Κι όταν η παράσταση άρχισε να παίρνει μορφή, τότε σιγά σιγά κατάλαβα κι εγώ τι έλεγα. Και ξαφνικά είχαμε φτιάξει μια παράσταση, “Το Μαράκι έκλασε”, που ανέβηκε την ίδια εποχή που ξέσπασε και το metoo στην Ελλάδα. Και δεν νομίζω ότι είναι τυχαίο. Κάποιες φορές, οι άνθρωποι συντονίζονται με έναν τρόπο που μοιάζει μαγικός.
Με το “Πάρανταϊζ” συνέβησαν λίγο πιο συνειδητά τα πράγματα· πάλι διάλεξα ιστορίες που με αφορούν προσωπικά και με συγκινούν, αλλά αυτή την φορά ήξερα ότι θέλω να μιλήσω για τον έρωτα και τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Αυτό που ανακάλυψα εκ των υστέρων είναι πως βρισκόμουν σε μια φάση ζωής που επαναδιαπραγματευόμουν τις επιθυμίες μου, με τις οποίες, όπως φάνηκε, δεν είχα και την καλύτερη επαφή, καθώς και τη σχέση μου με το σώμα μου. Κι όταν μοιράστηκα τις ιστορίες με τις έξι “αδερφές”, κατάλαβα με πόση ενοχή έχουμε μεγαλώσει για οτιδήποτε αφορά στο γυναικείο σώμα, στη γυναικεία σεξουαλικότητα και την ίδια την επιθυμία μας.
Αισθάνομαι μεγάλη χαρά που δημιουργήσαμε ένα πλαίσιο ασφάλειας όπου μπορούμε να σταθούμε στη σκηνή, ξυπόλητες, ημίγυμνες -κυριολεκτικά και μεταφορικά, εκτεθειμένες και να μιλήσουμε μέσα από τις ιστορίες μας για τον έρωτα και τη γυναικεία φύση χωρίς ενοχή».

Η ομάδα Seven Sisters φαίνεται να «ενηλικιώνεται» καλλιτεχνικά. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η μετάβαση και πώς αποτυπώνεται;
«Νιώθω πως η ομάδα βρίσκεται στην πιο ώριμη φάση της, μέχρι τώρα. Κι εγώ προσωπικά. Αλλά χρειαζόταν να περάσει όλα τα προηγούμενα στάδια, για να φτάσει εδώ. Έτσι λειτουργεί η εξέλιξη. Ξεκινήσαμε δειλά και χωρίς να ξέρουμε ακριβώς τι κάνουμε και πού πηγαίνουμε, κάπως με το ένστικτο –έμαθα σιγά σιγά να το εμπιστεύομαι το ένστικτό μου· μιλήσαμε για την παιδική ηλικία, στην πρώτη μας δουλειά, και ήρθαμε αντιμέτωπες και με τη δική μας παιδική ηλικία και τα δικά μας τραύματα. Και με το “Πάρανταϊζ”, θυμόμαστε ξανά την εφηβεία μας και τον πρώτο μας μεγάλο έρωτα· για να ενηλικιωθούμε -κάποιες απότομα και κάποιες πιο γλυκά, να απογοητευτούμε, να ματαιωθούμε, χρειάστηκε ακόμα και να τον απομυθοποιήσουμε τον έρωτα για να τον αποδεχτούμε ξανά, να έρθουμε σε μετωπική σύγκρουση με τις επιθυμίες μας και, τελικά, να παραδοθούμε άνευ όρων.
Συνειδητοποιώ πως μιλώντας για την ομάδα μιλάω, πρωτίστως, για τον εαυτό μου τόση ώρα.
Δεν είναι τυχαία και η διαδρομή που διανύσαμε με την ομάδα. Με πολλά σκαμπανεβάσματα, προκλήσεις, μεγάλες χαρές αλλά και απογοητεύσεις. Σαν ζωή. Έχουμε ωριμάσει η καθεμιά ξεχωριστά μες στην ομάδα, έχουμε ανακαλύψει η μία την άλλη κι η καθεμιά την εαυτή της μέσα από τις άλλες και μέσα από την ίδια την ομάδα, που λειτουργεί σαν ένας ζωντανός οργανισμός. Κι έχω μάθει κι εγώ να αφουγκράζομαι πολύ καλύτερα πια τις ανάγκες αυτού του ζωντανού οργανισμού που λέγεται Seven Sisters, να δίνω χώρο σε καθεμιά ξεχωριστά αλλά και σε μένα την ίδια.
Κι όλο αυτό που περιγράφω, φυσικά, έρχεται και ακουμπάει και στο καλλιτεχνικό αποτύπωμα της ομάδας. Γιατί πιστεύω πολύ πως η βάση για την υγιή λειτουργία και συνέχεια μια ομάδας είναι οι ανθρώπινες σχέσεις. Ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα στην προκειμένη περίπτωση. Οι Seven Sisters “γεννήθηκαν” από βαθιά προσωπική ανάγκη να εκφράζομαι καλλιτεχνικά, μέσα σε ένα πλαίσιο όπου θα αισθάνομαι ασφαλής. Κι εγώ και όλες οι συνεργάτιδές μου. Και νομίζω πως αυτό το έχουμε καταφέρει. Και είμαι ευγνώμων».

Ταυτότητα Παράστασης
Συντελεστές
Κείμενα: Λένα Κιτσοπούλου
Σύλληψη – Σκηνοθεσία: Γιώτα Σερεμέτη
Σκηνικά – Κοστούμια – Βίντεο – Σχεδιασμός φωτισμών: Λυδία Τσάτσου Παρασκευοπούλου
Μουσική επιμέλεια: Γιώτα Σερεμέτη
Φωτογραφίες: Μυρτώ Κουτλή
Σχεδιασμός αφίσας: Λυδία Τσάτσου Παρασκευοπούλου
Οργάνωση και εκτέλεση παραγωγής: Seven Sisters ΑΜΚΕ
Επί σκηνής οι ηθοποιές:
Χριστίνα Ανδρεάκου
Άρτεμις Δούρου
Μαρίνα Βαρβάρα Ζέρβα
Μαρούλα Καλαμποκιά
Νικολέττα Παναγιώτου
Γιώτα Σερεμέτη
Λυδία Τσάτσου Παρασκευοπούλου
Info
Θέατρο 104
Ευμολπιδών 41, Γκάζι (Σταθμός μετρό Κεραμεικός)
τηλ. 6951269828
Παραστάσεις
κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00
Διάρκεια: 115 λεπτά
Προπώληση:
https://www.ticketservices.gr/event/theatro-104-parantaiz-i-aithousa-klimatizetai/
Kαι στο ταμείο του θεάτρου
Επικοινωνία-Προβολή στα ΜΜΕ
Ανζελίκα Καψαμπέλη
[email protected]| t.6945798883


