Τουρισμός χωρίς προσωπικό: Το αδιέξοδο της στέγασης

Ημερομηνία: 03-04-2026

Του Γιώργου Δαλιάνη* με τη συνεργασία της Νάνσυ Καλλιανιώτη** και του Πέτρου Παπαπέτρου***

Η τουριστική περίοδος πλησιάζει και, για ακόμη μία χρονιά, ένα κρίσιμο πρόβλημα επανέρχεται με μεγαλύτερη ένταση: η αδυναμία των επιχειρήσεων να βρουν και να διατηρήσουν προσωπικό. Ιδίως στα νησιά και στις τουριστικές περιοχές υψηλής ζήτησης, το πρόβλημα δεν είναι πλέον συγκυριακό – έχει αποκτήσει δομικά χαρακτηριστικά.
Στην καρδιά του ζητήματος βρίσκεται ένα πρακτικό αλλά καθοριστικό θέμα: η στέγαση των εργαζομένων.

Η πραγματικότητα στην αγορά είναι αμείλικτη. Τα ενοίκια στις τουριστικές περιοχές έχουν εκτοξευθεί, η βραχυχρόνια μίσθωση έχει περιορίσει δραματικά τη διαθεσιμότητα κατοικιών και οι εργαζόμενοι αδυνατούν να μετακινηθούν αν δεν εξασφαλιστεί στέγη. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η παροχή κατοικίας δεν αποτελεί προνόμιο ή πρόσθετη παροχή, αλλά βασική προϋπόθεση λειτουργίας της επιχείρησης.

Και όμως, το φορολογικό πλαίσιο αντιμετωπίζει την παροχή αυτή ως παροχή σε είδος.

Με βάση την εγκύκλιο Ε.2035/2023, η φορολογική διοίκηση διευκρίνισε ότι η παροχή κατοικίας δεν θεωρείται παροχή σε είδος μόνο στις περιπτώσεις πρόσκαιρης μετακίνησης εργαζομένου σε άλλη εγκατάσταση του ίδιου εργοδότη, όταν δηλαδή ο εργαζόμενος ήδη ανήκει στο προσωπικό και μετακινείται προσωρινά για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Αντίθετα, στις περιπτώσεις εποχικών εργαζομένων, όπου υπάρχει νέα πρόσληψη και όχι μετακίνηση, η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται.

Κατά συνέπεια, ενεργοποιούνται οι διατάξεις του άρθρου 13 του ν. 4172/2013 και η παροχή στέγης αντιμετωπίζεται ως φορολογητέο εισόδημα, είτε με βάση το πραγματικό μίσθωμα είτε με τεκμαρτή αποτίμηση όταν πρόκειται για ιδιόκτητο ακίνητο.

Εδώ αναδεικνύεται μια βαθιά αντίφαση πολιτικής. Η επιχείρηση δεν παρέχει κατοικία για να ανταμείψει τον εργαζόμενο, αλλά επειδή χωρίς αυτήν ο εργαζόμενος δεν θα μπορέσει να εργαστεί. 
Παρ’ όλα αυτά, η παροχή αυτή αντιμετωπίζεται ως εισόδημα και επιβαρύνεται φορολογικά, δημιουργώντας πρόσθετο κόστος τόσο για τον εργοδότη όσο και για τον εργαζόμενο.

Στην ουσία, το κράτος φορολογεί μια δαπάνη που αποτελεί λειτουργική αναγκαιότητα της επιχείρησης.

Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές στην αγορά. Επιχειρήσεις που δεν μπορούν να στελεχωθούν επαρκώς, ξενοδοχειακές μονάδες που δεν αξιοποιούν το σύνολο της δυναμικότητάς τους και επιχειρήσεις εστίασης που περιορίζουν τη λειτουργία τους. Το πρόβλημα δεν είναι θεωρητικό, είναι πραγματικό και εξελίσσεται σε έναν από τους βασικούς κινδύνους για την εύρυθμη λειτουργία του τουριστικού κλάδου.

Σε μια χώρα όπου ο τουρισμός αποτελεί βασικό πυλώνα της οικονομίας, η έλλειψη προσωπικού δεν είναι απλώς ένα επιχειρηματικό ζήτημα, αλλά ένα ευρύτερο οικονομικό πρόβλημα. Το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι αν οι επιχειρήσεις μπορούν να αντέξουν το κόστος, αλλά αν μπορούν να λειτουργήσουν χωρίς το απαραίτητο ανθρώπινο δυναμικό.

Η υφιστάμενη προσέγγιση, αν και νομικά συνεπής, δεν λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες της εποχικής απασχόλησης και των τουριστικών περιοχών. Η στέγαση, στις περιπτώσεις αυτές, δεν είναι παροχή σε είδος με την κλασική έννοια, αλλά εργαλείο παραγωγής. Η αντιμετώπισή της ως φορολογητέου εισοδήματος οδηγεί σε στρεβλώσεις, αυξάνει το λειτουργικό κόστος και μειώνει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.

Η ανάγκη επανεξέτασης του πλαισίου είναι προφανής. Η πολιτεία οφείλει να προσαρμόσει την προσέγγισή της, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική λειτουργία της αγοράς και τις ανάγκες του τουριστικού κλάδου. Η επέκταση της εξαίρεσης και στις περιπτώσεις εποχικών εργαζομένων ή η θέσπιση ειδικού καθεστώτος για τις τουριστικές περιοχές θα μπορούσε να αποτελέσει μια ισορροπημένη λύση.

Η φορολογική πολιτική δεν μπορεί να λειτουργεί αποκομμένη από την οικονομική πραγματικότητα. Όταν η εφαρμογή των κανόνων οδηγεί σε αδυναμία λειτουργίας των επιχειρήσεων, τότε το ζήτημα δεν είναι απλώς φορολογικό – είναι βαθιά αναπτυξιακό.

Αν δεν υπάρξει άμεση προσαρμογή, ο κίνδυνος δεν περιορίζεται στην επιβάρυνση των επιχειρήσεων, αλλά επεκτείνεται στην ίδια τη λειτουργία του τουρισμού.

Η πολιτεία καλείται να παρέμβει όχι για να ευνοήσει τις επιχειρήσεις, αλλά για να διασφαλίσει κάτι πολύ πιο ουσιώδες: ότι οι επιχειρήσεις θα μπορέσουν να λειτουργήσουν.


*O Γιώργος Δαλιάνης είναι Διευθύνων Σύμβουλος της Artion Α.Ε. & ιδρυτής του Ομίλου Artion, Οικονομολόγος Φοροτεχνικός.
**H Νάνσυ Καλλιανιώτη είναι Μέτοχος και μέλος Δ.Σ. της Artion Α.Ε. & Διευθύνουσα Σύμβουλος της Artion Μυκόνου Α.Ε.
***O Πέτρος Παπαπέτρος είναι Partner, Διευθυντής του Τμήματος Μισθοδοσίας του Ομίλου ARTION.

Το ανωτέρω κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά τις εξειδικευμένες συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να απευθυνθείτε στην ARTION Α.Ε. (Οιδίποδος 1-3, Χαλάνδρι|+30 210 6009062| www.artion.gr).

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος