Τρεις «μνηστήρες» διεκδικούν τη βάση των γεωτρήσεων στο Ιόνιο
Η επιλογή της βάσης υποστήριξης για υπεράκτιες γεωτρήσεις στο Ιόνιο δεν αποτελεί μια απλή λιμενική δραστηριότητα, αλλά ένα έργο υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Στην πράξη, πρόκειται για έναν «αφανή πλούτο», που συχνά αποδεικνύεται εξίσου σημαντικός με την ίδια την εξόρυξη, καθώς η ανάπτυξη δραστηριοτήτων συνοδεύεται από ένα εκτεταμένο πλέγμα υποστηρικτικών υπηρεσιών, που εκτείνεται από εξειδικευμένους μηχανικούς και γεωλόγους έως ναυτιλιακές, λιμενικές και βιομηχανικές υποδομές.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν παράλληλα οι υπηρεσίες logistics, τεχνικής υποστήριξης και συντήρησης, καθώς και ένα σύνολο κρίσιμων λειτουργιών, όπως ρυμουλκικές εργασίες, υπηρεσίες αντιρύπανσης και ασφάλειας, εφοδιασμού, σίτισης και διαμονής προσωπικού, που διασφαλίζουν την αδιάλειπτη και ασφαλή λειτουργία των έργων.
Ουσιαστικά, πέρα από το ενεργειακό αποτέλεσμα, το πραγματικό οικονομικό αποτύπωμα εντοπίζεται στη λιμενική διαχείριση και στο πλέγμα υπηρεσιών που θα αναπτυχθεί γύρω από τη γεώτρηση: εφοδιαστική υποστήριξη, μεταφορά προσωπικού, συντήρηση εξοπλισμού, αποθήκευση και διαχείριση υλικών.
Όπως επισημαίνουν στη «Ν» παράγοντες της αγοράς, ο λιμένας που θα επιλεγεί δεν θα λειτουργήσει απλώς υποστηρικτικά, αλλά θα μετατραπεί σε πλήρη ενεργειακό κόμβο.
Ενδεικτική της σημασίας του έργου είναι η εκτίμηση στελεχών της πετρελαϊκής αγοράς ότι σε μια γεώτρηση της τάξης του 1 δισ. ευρώ, έως και 400 εκατ. ευρώ μπορεί να κατευθυνθούν σε
υπηρεσίες που σχετίζονται με τη λιμενική βάση και την υποστήριξη των δραστηριοτήτων.
Με άλλα λόγια, ένα μεγάλο μέρος της αξίας δεν βρίσκεται μόνο στο υπέδαφος, αλλά ξεκινά από τον λιμένα.
Σε αυτό το πλαίσιο, τρεις λιμένες της Δυτικής Ελλάδας -Πάτρας, Ηγουμενίτσας, Αστακού- διεκδικούν τη διαχείριση της βάσης.
Ο καθένας διαθέτει διαφορετικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, από τη διασύνδεση με διεθνή δίκτυα έως τη βιομηχανική υποδομή και τη γεωγραφική εγγύτητα στα πιθανά κοιτάσματα.
Σημειώνεται ότι το σχήμα της εξόρυξης του έργου, που αρχικά ανήκε κατά 75% στην Energean
Hellas και 25% στην HELLENiQ Upstream, αναδιαμορφώνεται μετά τη συμφωνία συμμετοχής (farmin), με την ExxonMobil να αποκτά το 60%, την Energean το 30% και την HELLENiQ Upstream το 10%.
Η Energean διατηρεί τον ρόλο του Διαχειριστή (operator) κατά την ερευνητική φάση, ενώ σε περίπτωση εμπορικής ανακάλυψης του κοιτάσματος τη διαχείριση ανάπτυξης θα αναλάβει η ExxonMobil.
Πάτρα: Ισχυρό οικονομικό και αναπτυξιακό αποτύπωμα
Η πιθανή επιλογή του Λιμένα της Πάτρας ως βάσης υποστήριξης των υπεράκτιων γεωτρήσεων στο Ιόνιο συνιστά, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο του ΟΛΠΑ και πρόεδρο της ΕΛΙΜΕ, Παναγιώτη Αναστασόπουλο, μια εξέλιξη με ισχυρό οικονομικό, αναπτυξιακό και γεωστρατηγικό αποτύπωμα, όχι μόνο για την πόλη, αλλά για το σύνολο της Δυτικής Ελλάδας.
Όπως επισημαίνει στη «Ν», το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην ίδια την εξόρυξη, αλλά επεκτείνεται στη λιμενική διαχείριση και στο σύνολο των υποστηρικτικών δραστηριοτήτων που θα αναπτυχθούν γύρω από αυτή.
Αναφορικά με τα άμεσα οικονομικά οφέλη, ο κ. Αναστασόπουλος σημειώνει ότι για το λιμάνι είναι πολυεπίπεδα.
Καταρχάς, δημιουργείται μια νέα, σταθερή ροή εσόδων από λιμενικές υπηρεσίες υψηλής αξίας,
όπως η εξυπηρέτηση εξειδικευμένων πλοίων υποστήριξης (PSV), η διαχείριση φορτίων εξοπλισμού και η παροχή υπηρεσιών logistics στον Νότιο Λιμένα.
Παράλληλα, ενισχύεται η εμπορική δραστηριότητα του λιμένα, καθώς αυξάνεται σημαντικά η διακίνηση φορτίων και υλικών.
Το σημαντικότερο, επισημαίνει επίσης ο ίδιος, είναι ότι ο λιμένας παύει να λειτουργεί μονοδιάστατα και αποκτά έναν νέο, στρατηγικό ρόλο ως ενεργειακός κόμβος, γεγονός που αυξάνει τη συνολική του αξία και την ελκυστικότητά του για επενδύσεις.
Τονίζει ότι η γεωγραφική θέση της Πάτρας, σε συνδυασμό με το μέγεθος της πόλης -την τρίτη μεγαλύτερη στην Ελλάδα- και την εγγύτητά της στην Αθήνα, ενισχύει, όπως σημειώνει, την ελκυστικότητά της για τέτοιου είδους επενδύσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στο αποτύπωμα της απασχόλησης. Σύμφωνα με τον κ. Αναστασόπουλο, η ανάπτυξη μιας τέτοιας δραστηριότητας μπορεί να δημιουργήσει εκατοντάδες άμεσες θέσεις εργασίας και πολλαπλάσιες έμμεσες, σε ένα ευρύ φάσμα
δραστηριοτήτων, που εκτείνεται από τη λιμενική λειτουργία και τις τεχνικές υπηρεσίες έως τις μεταφορές, την αποθήκευση και την παροχή υποστηρικτικών υπηρεσιών.
Το υψηλό επίπεδο εξειδίκευσης που απαιτείται, τονίζει, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη
διαμόρφωση μιας νέας «αγοράς γνώσης» στην περιοχή.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η τοπική οικονομία μπορεί να ωφεληθεί σημαντικά, καθώς μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα ενταχθούν σε νέες αλυσίδες αξίας, ενώ η αυξημένη οικονομική δραστηριότητα θα λειτουργήσει πολλαπλασιαστικά.
Ωστόσο, ο ίδιος ξεκαθαρίζει ότι η προσαρμογή του λιμένα σε έναν τέτοιο ρόλο προϋποθέτει στοχευμένες επενδύσεις σε υποδομές, όπως η ενίσχυση προβλητών, η δημιουργία εξειδικευμένων ζωνών διαχείρισης εξοπλισμού και η αναβάθμιση των συστημάτων ασφάλειας και περιβαλλοντικής προστασίας, καθώς και η βελτίωση της διασύνδεσης με τα δίκτυα
μεταφορών.
Σε στρατηγικό επίπεδο, τονίζει ότι η Πάτρα διαθέτει συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι άλλων λιμένων της Μεσογείου, όπως η γεωγραφική εγγύτητα στα πιθανά ενεργειακά πεδία, η υφιστάμενη υποδομή και η δυνατότητα διασύνδεσης με ευρωπαϊκά δίκτυα.
Παράγοντας σταθερότητας
Η κρατική υπόσταση του λιμένα προσφέρει, όπως σημειώνει ο CEO του ΟΛΠΑ, σταθερότητα, που αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για επενδύσεις μακράς διάρκειας.
Υπογραμμίζει εξάλλου, ότι η ανάπτυξη τέτοιων δραστηριοτήτων συνοδεύεται από αυστηρά πρότυπα περιβαλλοντικής προστασίας και ασφάλειας, ενώ η επιτυχία του εγχειρήματος προϋποθέτει διαφάνεια και διάλογο με την τοπική κοινωνία.
Σημειώνει ότι, παρά τη σαφή διεκδίκηση, η τελική απόφαση παραμένει ανοιχτή. Όπως προκύπτει, το λιμάνι της Πάτρας τοποθετείται με όρους ετοιμότητας και στρατηγικής
προοπτικής, αναδεικνύοντας τα πλεονεκτήματά του, αλλά αναμένοντας τις εξελίξεις.
O Αστακός στο ραντάρ του κοινοπρακτικού σχήματος
Στο ίδιο πλαίσιο διεκδίκησης, στο «κάδρο» των υποψήφιων λιμενικών βάσεων διαχείρισης της
εξόρυξης βρίσκεται και το λιμάνι του Αστακού.
Όπως δήλωσε στη «Ν» ο κ. Δημήτρης Κολώνιας, αντιπρόεδρος της εταιρείας Αkarport Α.Ε., που διαχειρίζεται τον λιμένα Πλατυγιάλι, στην περιοχή του Αστακού μέσω της Astakos Terminal A.E., στελέχη από το κοινοπρακτικό σχήμα είχαν πραγματοποιήσει παλαιότερα διερευνητική επίσκεψη και στο λιμάνι του Αστακού.
Όπως τόνισε, η περιοχή του Πλατυγιαλίου συγκεντρώνει κρίσιμα πλεονεκτήματα για την
υποστήριξη δραστηριοτήτων εξόρυξης, καθώς βρίσκεται μακριά από κατοικημένες ζώνες, διαθέτει εκτεταμένους ελεύθερους χώρους και μπορεί να φιλοξενήσει τόσο τον βασικό εξοπλισμό όσο και τις συνοδευτικές υπηρεσίες ενός τέτοιου έργου.
«Αποτελεί το πιο ενδεδειγμένο σημείο για την εγκατάσταση υποδομών που σχετίζονται με την εξόρυξη», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στα τεχνικά χαρακτηριστικά του λιμένα, υπογραμμίζοντας ότι τα βάθη φθάνουν τα 14,5 μέτρα, ενώ οι υφιστάμενες υποδομές κρίνονται επαρκείς για την καθημερινή εξυπηρέτηση απαιτητικών επιχειρησιακών αναγκών.
Το ενδιαφέρον αυτό αποκτά πρόσθετη σημασία, καθώς ο Λιμένας Αστακού βρίσκεται σε καθεστώς ουσιαστικού τραπεζικού ελέγχου.
Η διαχειρίστρια εταιρεία Astakos Terminal A.E. εντάσσεται σε εταιρική δομή που ελέγχεται από τις Alpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς. Μέσω της μητρικής APE Investment Property A.E., η Alpha Bank κατέχει περίπου το 71% του σχήματος, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς το υπόλοιπο 29%.
«Ηγουμενίτσα: Με προβάδισμα εγγύτητας»
Στο ίδιο πλαίσιο ανταγωνισμού για την ανάληψη του ρόλου βάσης υποστήριξης του έργου εξόρυξης υδρογονανθράκων στο Ιόνιο, η Ηγουμενίτσα προβάλλει τα δικά της επιχειρησιακά
πλεονεκτήματα.
Ο διευθύνων σύμβουλος του ΟΛΗΓ, Αθανάσιος Πορφύρης, μιλώντας στη «Ν», είπε ότι εν όψει
αυτού του σημαντικού έργου ο Λιμένας Ηγουμενίτσας αποκτά αναβαθμισμένο ρόλο στο πλαίσιο των υπεράκτιων ερευνών στο Ιόνιο, ως ο πλησιέστερος λιμένας στο Block 2 και, κατ’ επέκταση, ως βασικός επιχειρησιακός κόμβος υποστήριξης.
Όπως επισημαίνει, η επιλογή της Ηγουμενίτσας εντάσσεται σε έναν ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό, που συνδέει την ανάπτυξη των ενεργειακών έργων με σύγχρονες λιμενικές υποδομές.
Η υπογραφή της σύμβασης για την ερευνητική γεώτρηση τον Απρίλιο του 2026 επιταχύνει τις εξελίξεις, μετατοπίζοντας το βάρος από την παραδοσιακή λειτουργία του λιμένα προς έναν πιο σύνθετο ρόλο βιομηχανικού και εφοδιαστικού σταθμού.
Στο πλαίσιο αυτό, το νέο Master Plan του ΟΛΗΓ, που έχει λάβει θετικές γνωμοδοτήσεις από την ΕΣΑΛ, προβλέπει τη σταδιακή μετατροπή του λιμένα σε κόμβο που θα εξυπηρετεί όχι μόνο επιβατικές ροές προς την Ιταλία, αλλά και δραστηριότητες υψηλής επιχειρησιακής έντασης.
Η δυνατότητα εξυπηρέτησης δεξαμενόπλοιων και εξειδικευμένων πλοίων υποστήριξης αποτελεί, σύμφωνα με τον ίδιο, βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα.
Καθοριστική θεωρείται και η ολοκλήρωση εντός του 2026 της Γ’ φάσης έργων, που αναμένεται να αποσυμφορήσει το λιμάνι και να δημιουργήσει σημαντικούς διαθέσιμους χώρους για αποθήκευση και διαχείριση εξοπλισμού.
Στους χώρους αυτούς προβλέπεται να αναπτυχθούν δραστηριότητες όπως βάσεις εφοδιασμού
γεωτρήσεων, αποθήκες καυσίμων και ζώνες ναυπηγοεπισκευαστικής υποστήριξης.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον περιβαλλοντικό προσανατολισμό του λιμένα, με την ανάπτυξη υποδομών ηλεκτροδότησης πλοίων από ξηράς (Onshore Power Supply), που
στοχεύουν στη μείωση των εκπομπών και στη βελτίωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος
της λιμενικής δραστηριότητας.
Η γεωγραφική θέση της Ηγουμενίτσας, σε συνδυασμό με τη σύνδεσή της με την Εγνατία Οδό,
ενισχύει, όπως σημειώνει, την ταχύτητα μεταφοράς εξοπλισμού και προσωπικού, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για περαιτέρω επενδύσεις σε ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές στην ευρύτερη περιοχή.
Σε επίπεδο τοπικής οικονομίας, ο διευθύνων σύμβουλος του ΟΛΗΓ επισημαίνει ότι ο Δήμος
Ηγουμενίτσας προβλέπεται να λαμβάνει ποσοστό 3,5% από τα έσοδα του λιμένα, ενώ η Περιφέρεια Ηπείρου θα εισπράττει το 5% των εσόδων από την παραγωγή υδρογονανθράκων, πόροι που αναμένεται να κατευθυνθούν σε έργα υποδομής.
Παρά τη δυναμική που διαμορφώνεται, η τελική επιλογή της βάσης παραμένει ανοιχτή.
Η Ηγουμενίτσα προβάλλει τα επιχειρησιακά της πλεονεκτήματα και την εγγύτητα στο πεδίο, διεκδικώντας ρόλο-κλειδί στο έργο, την ώρα που η απόφαση θα ληφθεί με βάση τεχνικά, οικονομικά και λειτουργικά κριτήρια σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον μεταξύ λιμένων.


