Τυρί cottage vs. ελληνικό γιαούρτι: Ποιο είναι πιο υγιεινό;
Η αναμέτρηση για την κυριαρχία στα ράφια των γαλακτοκομικών κορυφώνεται, με το ελληνικό γιαούρτι και το τυρί cottage να διεκδικούν τα πρωτεία της καθημερινής διατροφής. Αν και η βιομηχανία του fitness αποθεώνει και τις δύο επιλογές για το υψηλό πρωτεϊνικό φορτίο, το αναλυτικό κρας τεστ των συστατικών αναδεικνύει το ελληνικό γιαούρτι νικητή στα σημεία. Με όπλα την προβιοτική ανωτερότητα, το εξαιρετικά χαμηλό νάτριο και την ευκολότερη πέψη, το γιαούρτι κερδίζει στα σημεία.
Γιαούρτι και cottage διανύουν χρυσή εποχή, αναφέρει η Washington Post. Η παγκόσμια εμμονή με την πρωτεΐνη εκτίναξε τις δύο, άλλοτε εξειδικευμένες, επιλογές υγιεινής διατροφής στο προσκήνιο της επικαιρότητας. Η συγκεκριμένη στροφή αποτυπώνει την έντονη τάση των καταναλωτών για ενίσχυση του πολύτιμου αυτού στοιχείου, το οποίο αποδεικνύεται ζωτικό για την ενδυνάμωση του μυοσκελετικού συστήματος και τη ρύθμιση του μεταβολισμού.
Παρά την υπερβολή γύρω από το ζήτημα – ο μέσος οργανισμός δεν έχει ανάγκη από εξειδικευμένα σνακ ή εμπλουτισμένα ροφήματα-οι φυσικές πηγές, όπως τα γαλακτοκομικά, αποτελούν τον ιδανικότερο τρόπο κάλυψης των αναγκών.
Το ελληνικό γιαούρτι και το τυρί cottage συμπυκνώνουν υψηλή θρεπτική αξία, προσφέροντας πρωτεΐνες υψηλής βιολογικής αξίας. Η σύνθεση περιλαμβάνει και τα εννέα απαραίτητα αμινοξέα, όπως επισημαίνει η Κάρολαϊν Γουέστ Πασαρέλο, διαπιστευμένη διαιτολόγος και εκπρόσωπος της Academy of Nutrition and Dietetics.
Οι ομοιότητες σε θρεπτική αξία
Η αξιολόγηση πραγματοποιείται συνήθως ανά μερίδα (¾ του φλιτζανιού για το γιαούρτι και ½ για το cottage). Σε απόλυτη σύγκριση όγκου, το τυρί cottage υπερέχει ελαφρώς σε πρωτεΐνη, αποδίδοντας 24 έως 25 γραμμάρια έναντι 19 έως 22 του γιαουρτιού. Ωστόσο, με βάση τη συνήθη μερίδα, το γιαούρτι εξασφαλίζει μεγαλύτερη ποσότητα, προσφέροντας 15 έως 17 γραμμάρια έναντι περίπου 12 του cottage.
Συνεπώς, η Πασαρέλο επισημαίνει ότι για την κάλυψη των αναγκών σε πρωτεΐνη, οποιαδήποτε επιλογή κρίνεται εξίσου αποτελεσματική. Η γενική επιστημονική σύσταση προβλέπει 25 έως 30 γραμμάρια ανά γεύμα, οπότε μία μόνο μερίδα καλύπτει σχεδόν το μισό της απαιτούμενης ποσότητας. Η διατροφική εγγύτητα είναι αναμενόμενη, καθώς αμφότερα έχουν ως βάση το αγελαδινό γάλα, εξηγεί η Τζούλια Ζουμπάνο, διαιτολόγος στο Center for Human Nutrition της Cleveland Clinic.
Τα δύο προϊόντα διατίθενται σε ποικιλίες χωρίς λιπαρά, με μειωμένα ή πλήρη λιπαρά, εμφανίζοντας παραπλήσιες θερμίδες και σάκχαρα τις απλές εκδοχές τους. Η αυξημένη περιεκτικότητα σε λιπαρά συνεπάγεται υψηλότερο θερμιδικό φορτίο, όμως πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν ότι το λίπος των γαλακτοκομικών δεν επιβαρύνει το καρδιαγγειακό σύστημα στον βαθμό που θεωρούνταν παλαιότερα. Αντίθετα, κρίσιμος παράγοντας για τον περιορισμό της προστιθέμενης ζάχαρης παραμένει η αποφυγή προϊόντων με τεχνητές γεύσεις.
Παράλληλα, αποτελούν εξαιρετικές πηγές βιταμινών και ιχνοστοιχείων. Περιέχουν σημαντικές ποσότητες καλίου —το οποίο συμβάλλει στη μείωση της αρτηριακής πίεσης και τη ρύθμιση του καρδιακού ρυθμού— καθώς και ασβεστίου, απαραίτητου για την οστική πυκνότητα. Στο πεδίο αυτό, το ελληνικό γιαούρτι διατηρεί ελαφρύ προβάδισμα, ενώ πλεονεκτεί και στη βιταμίνη Β12, η οποία θωρακίζει το νευρικό σύστημα και ενισχύει την παραγωγή ερυθρών αιμοσφαιρίων.
Επιλογή σε δίαιτα περιορισμένου νατρίου
Η περιεκτικότητα σε νάτριο αποτελεί τη βασικότερη διαφορά, καθώς η βιομηχανία τροφίμων συνήθως προσθέτει αλάτι στο τυρί cottage για την ενίσχυση της γεύσης.
Μία μερίδα τυρί cottage περιέχει περίπου 350 έως 385 χιλιοστόγραμμα (mg) νατρίου, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 15% του συνιστώμενου ανώτατου ημερήσιου ορίου των 2.300 mg και στο ένα τέταρτο του ιδανικού στόχου της American Heart Association (1.500 mg). Αντίθετα, η τυπική μερίδα για το ελληνικό γιαούρτι περιλαμβάνει μόλις 60 mg νατρίου, δηλαδή εξαπλάσια μικρότερη ποσότητα.
Κατά συνέπεια, το ελληνικό γιαούρτι αποτελεί τη βέλτιστη λύση για όσους επιδιώκουν τον περιορισμό του αλατιού, στρατηγική καθοριστική για τη ρύθμιση και διατήρηση της αρτηριακής πίεσης σε φυσιολογικά επίπεδα. Το τυρί cottage σαφώς μπορεί να ενταχθεί σε ένα πρόγραμμα διατροφής με χαμηλό νάτριο, αρκεί να συνυπολογίζεται η επιβάρυνση που επιφέρει στη συνολική πρόσληψη, σημειώνει η Ζουμπάνο.
Το μικροβίωμα και η υγεία του εντέρου
Μία ακόμη ειδοποιός διαφορά εντοπίζεται στο γεγονός ότι το ελληνικό γιαούρτι αφθονεί σε προβιοτικά, σε αντίθεση με το τυρί cottage. Κατά την παραγωγική διαδικασία του γιαουρτιού, προστίθενται στο γάλα ωφέλιμοι μικροοργανισμοί, οι οποίοι τρέφονται με λακτόζη και παράγουν γαλακτικό οξύ, προσδίδοντας στο προϊόν τη χαρακτηριστική υπόξινη γεύση και την κρεμώδη υφή.
Αντίθετα, η παρασκευή του τυριού cottage βασίζεται συνήθως σε όξινη ζύμωση, αν και στο εμπόριο διατίθενται πλέον συγκεκριμένες ποικιλίες εμπλουτισμένες με προβιοτικά.
Οι συγκεκριμένοι μικροοργανισμοί συμβάλλουν στον πολλαπλασιασμό των ωφέλιμων βακτηρίων του εντέρου, διασφαλίζοντας την εύρυθμη λειτουργία του πεπτικού συστήματος έναντι επιβαρυντικών παραγόντων όπως το στρες και η κακή διατροφή.
Η ένταξη τροφών που έχουν υποστεί ζύμωση στην καθημερινότητα αυξάνει τη μικροβιακή ποικιλομορφία, θωρακίζοντας τον οργανισμό έναντι των φλεγμονών, οι οποίες αποτελούν τη γενεσιουργό αιτία χρόνιων καρδιαγγειακών νοσημάτων.
Επιπλέον, η παρουσία προβιοτικών καθιστά το ελληνικό γιαούρτι σαφώς πιο εύπεπτο για άτομα με δυσανεξία στη λακτόζη, καθώς διευκολύνει τη διάσπασή της.
Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι και τα δύο προϊόντα χαρακτηρίζονται από χαμηλά επίπεδα λακτόζης γενικότερα (3 έως 4 γραμμάρια ανά μερίδα), δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος του ορού γάλακτος απομακρύνεται κατά το στάδιο της παραγωγής.
naftemporiki.gr
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


