Βιωσιμότητα και αγορά εργασίας: Συμμόρφωση ή στρατηγική επιλογή;
Τoυ Κωνσταντίνου Γ. Παπασπυρόπουλου, αναπληρωτή καθηγητή ΑΠΘ, επιστημονικού και ακαδημαϊκού υπευθύνου του εκπαιδευτικού προγράμματος ΚΕΔΙΒΙΜ ΑΠΘ «ESG, Λογοδοσία CSRD, Περιβαλλοντική, Νομική και Οικονομική Συμμόρφωση»
Η ΈΝΝΟΙΑ της βιώσιμης ανάπτυξης έχει βαθιές ρίζες που φτάνουν στο 1713, την επιστήμη της δασοπονίας και τον Σάξωνα αξιωματούχο Hans von Carlowitz.
Πριν μετατραπεί σε κεντρικό όρο της διεθνούς πολιτικής, των εταιρικών εκθέσεων και των στρατηγικών ESG, συνδέθηκε με τη διαχείριση των δασών: με την ανάγκη να αξιοποιείται ένας φυσικός πόρος χωρίς να υπονομεύεται η δυνατότητά του να ανανεώνεται και να προσφέρει αγαθά και υπηρεσίες στο μέλλον (αειφορική ή βιώσιμη διαχείριση).
Η αρχική αυτή ιδέα ήταν απλή, αλλά εξαιρετικά ισχυρή: η σημερινή χρήση δεν πρέπει να ακυρώνει τη μελλοντική δυνατότητα παραγωγής, ζωής και ευημερίας.
ΑΠΟ ΑΥΤΗ την αφετηρία, η βιώσιμη ανάπτυξη εξελίχθηκε από το 1987, και την έκθεση Bruntland της Διεθνούς Επιτροπής για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, σε έναν από τους βασικούς άξονες της σύγχρονης οικονομικής σκέψης.
Δεν αφορά πλέον μόνο τη φύση ή την προστασία του περιβάλλοντος, αλλά και τον εταιρικό χώρο. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις οργανώνουν την παραγωγή τους, επιλέγουν προμηθευτές, διαχειρίζονται την ενέργεια, αντιμετωπίζουν κινδύνους, σχεδιάζουν επενδύσεις, προσελκύουν εργαζομένους και λογοδοτούν απέναντι στην κοινωνία.
Η κλιματική αλλαγή, η ενεργειακή μετάβαση, η απώλεια βιοποικιλότητας, οι συνθήκες εργασίας, η ισότητα των φύλων, η διαφάνεια και η εταιρική διακυβέρνηση δεν βρίσκονται πια στο περιθώριο της επιχειρηματικής λειτουργίας.
Επηρεάζουν το κόστος, τη φήμη, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση και τελικά την ανταγωνιστικότητα.
Διότι, οι επιχειρήσεις δεν κρίνονται μόνο από τους μετόχους ή τους πελάτες τους. Κρίνονται και από εργαζομένους, τοπικές κοινωνίες, προμηθευτές, δημόσιες αρχές, χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και την ευρύτερη κοινή γνώμη.
Όταν οι προσδοκίες αυτών των ομάδων αλλάζουν, αλλάζει και το πλαίσιο μέσα στο οποίο μια επιχείρηση θεωρείται αξιόπιστη, υπεύθυνη και κοινωνικά αποδεκτή.
ΣΕ ΑΥΤO το πλαίσιο έχει ενδιαφέρον η φετινή έρευνα HR Trends & Μισθοί 2026 της Randstad Greece, την οποία παρουσίασε η «Ναυτεμπορική» (φύλλο 13ης Μαΐου 2026). Η έρευνα βασίστηκε σε 861 ηγετικά στελέχη από διαφορετικούς κλάδους στην Ελλάδα και αποτυπώνει τις βασικές τάσεις στην αγορά εργασίας, στις αμοιβές και στη
στελέχωση.
Τα κυρίαρχα ευρήματα παραμένουν αναμενόμενα: το κόστος απασχόλησης, οι μισθολογικές προσδοκίες, η έλλειψη ταλέντων, η παραγωγικότητα και η τεχνητή νοημοσύνη βρίσκονται στο επίκεντρο.
Ωστόσο, στην έκδοση του 2026 καταγράφεται, για πρώτη φορά στα 15 χρόνια της ετήσιας αυτής έρευνας, και ένα πρόσθετο στοιχείο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον: η «ανταπόκριση στις απαιτήσεις ESG και βιώσιμης ανάπτυξης» εμφανίζεται πλέον ως αναμενόμενη πρόκληση για το 21% των επιχειρήσεων, ενώ το «Sustainability & ESG» περιλαμβάνεται στους ρόλους εργασίας με ζήτηση για το 2026, έστω και με περιορισμένη ακόμη βαρύτητα, καθώς αφορά το 4% των σχετικών απαντήσεων.
ΤΟ ΕYΡΗΜΑ, προφανώς, δεν αρκεί για να θεωρηθεί ως ουσιαστική μετατόπιση της ελληνικής αγοράς εργασίας προς τη βιωσιμότητα. Ούτε σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις έχουν ενσωματώσει πλήρως το ESG στον τρόπο με τον οποίο λαμβάνουν αποφάσεις.
Η περιορισμένη ακόμη βαρύτητα του «Sustainability & ESG» στις απαντήσεις δείχνει ότι η σχετική ανάγκη παραμένει αρχική. Δείχνει, όμως, ότι η συζήτηση αρχίζει να μετακινείται από το επίπεδο της γενικής ρητορικής στο επίπεδο των οργανωτικών αναγκών.
Όταν ένα θέμα εμφανίζεται στις ανάγκες στελέχωσης, τότε αρχίζει να μετατρέπεται σε ανάγκη γνώσεων, δεξιοτήτων και εσωτερικής επιχειρησιακής ικανότητας.
Η ΧΡΟΝΙΚΗ συγκυρία έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η CSRD, δηλαδή η Οδηγία για την υποβολή εκθέσεων βιωσιμότητας από τις εταιρείες, δημοσιεύθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο τον Δεκέμβριο του 2022 και ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο τον Δεκέμβριο του 2024.
Επομένως, οι επιχειρήσεις είχαν από νωρίς ορατό χρονικό ορίζοντα προετοιμασίας. Ωστόσο, για πολλές από αυτές οι απαιτήσεις έγιναν πρακτικά πιο απτές μετά την ενσωμάτωση της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο. Έτσι, το 2025 φαίνεται ότι ήταν η περίοδος κατά την οποία αρκετές διοικήσεις άρχισαν να αντιλαμβάνονται πιο συγκεκριμένα τι σημαίνει εταιρική αναφορά βιωσιμότητας και ποιες δεξιότητες απαιτεί.
Η ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ αυτή αποκτά πρόσθετη σημασία επειδή συμπίπτει με την απόφαση της Ε.Ε. (Φεβρουάριος 2026) για την απλοποίηση και τη μείωση μέρους των υποχρεώσεων αναφοράς βιωσιμότητας.
Η εξέλιξη αυτή θα λειτουργήσει ως δοκιμασία για το βάθος της αλλαγής. Αν η ζήτηση για δεξιότητες βιωσιμότητας στηρίζεται κυρίως στην κανονιστική πίεση, τότε η χαλάρωση των απαιτήσεων μπορεί να περιορίσει την ανάγκη σχετικής στελέχωσης.
Αν, όμως, οι επιχειρήσεις έχουν αρχίσει να αντιλαμβάνονται τη βιωσιμότητα ως ζήτημα διαχείρισης κινδύνων, χρηματοδότησης, φήμης, σχέσεων με την κοινωνία και μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας, τότε η ανάγκη αυτή θα πρέπει να διατηρηθεί.
ΌΣΕΣ ΚΑΙ ΌΣΟΙ καταπιάνονται με αυτά τα θέματα γνωρίζουν ότι η βιωσιμότητα δεν εξαντλείται στη σύνταξη μιας έκθεσης.
Οι εκθέσεις, οι δείκτες και τα πρότυπα είναι εργαλεία. Δεν υποκαθιστούν την επιχειρησιακή κρίση, τη γνώση των επιπτώσεων, τη διαχείριση κινδύνων και την τεκμηριωμένη λογοδοσία.
Μια επιχείρηση μπορεί τυπικά να συμμορφώνεται και ταυτόχρονα να μην πείθει όσους επηρεάζονται από τη δραστηριότητά της.
ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν κάθε ελληνική επιχείρηση θα προσλάβει άμεσα έναν sustainability manager ή έναν ESG specialist.
Είναι αν θα αναγνωρίσει ότι οι δεξιότητες βιωσιμότητας πρέπει να διαχέονται σε περισσότερες λειτουργίες: στη διοίκηση, στα οικονομικά, στο HR, στις προμήθειες, στην παραγωγή, στη νομική συμμόρφωση, στην επικοινωνία και στην ανάλυση δεδομένων.
ΓΙ’ ΑΥΤΟ και η πραγματική δοκιμασία δεν είναι η καταγραφή του ESG στην έρευνα του 2026, αλλά η διάρκειά του. Με ενδιαφέρον αναμένεται η αντίστοιχη έρευνα για το 2027.
Αν η ανάγκη για τέτοιες δεξιότητες παραμείνει ή ενισχυθεί, θα μπορούμε να μιλήσουμε για ουσιαστικότερη ενσωμάτωση της έννοιας στην ελληνική επιχειρηματική λειτουργία.
Αν υποχωρήσει, θα ενισχυθεί η ερμηνεία ότι η βιωσιμότητα αντιμετωπίστηκε κυρίως ως συγκυριακή απαίτηση συμμόρφωσης και λιγότερο ως στρατηγική επιλογή.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


