Βρετανία – Ισραήλ: Πώς οι άλλοτε σύμμαχοι έφτασαν στα άκρα

Ημερομηνία: 09-09-2026



Το 1917 ένας Βρετανός υπουργός Εξωτερικών έβαζε την υπογραφή του σε μια επιστολή που θα άλλαζε την ιστορία της Μέσης Ανατολής. Περισσότερο από έναν αιώνα αργότερα ένας διάδοχός του κατηγορεί ευθέως «τρομοκράτες εποίκους» για εθνοκάθαρση Παλαιστινίων και την ισραηλινή κυβέρνηση ότι κλείνει τα μάτια. Το Ισραήλ απαντά ανακοινώνοντας το κλείσιμο του βρετανικού προξενείου στην Ιερουσαλήμ.

Ανάμεσα στις δύο στιγμές μεσολαβούν η βρετανική εντολή στην Παλαιστίνη, αιματηρές συγκρούσεις, η ίδρυση του Ισραήλ, μυστικές συμφωνίες και δεκαετίες συνεργασίας. Οι εξελίξεις το τελευταίο 24ωρο κουβαλούν όλο αυτό το βάρος.

Η Βρετανία και το Ισραήλ δεν έχουν διακόψει τις διπλωματικές τους σχέσεις. Έχουν, όμως, φτάσει σε μια σύγκρουση που αγγίζει κάτι βαθύτερο από την ανταλλαγή προσβολών: για το Λονδίνο, η πολιτική της ισραηλινής κυβέρνησης απειλεί να εξαφανίσει την προοπτική παλαιστινιακού κράτους. Για την κυβέρνηση Νετανιάχου, η βρετανική πίεση συνιστά εχθρική παρέμβαση.

Η απόσταση ανάμεσα στις δύο θέσεις μεγαλώνει, ενώ ο χώρος για συμβιβασμό στενεύει.

Η επιστολή που δεν έλυσε τις αντιφάσεις

Η Διακήρυξη Μπάλφουρ, στις 2 Νοεμβρίου 1917, εξέφραζε τη βρετανική υποστήριξη στη δημιουργία «εθνικής εστίας» για τον εβραϊκό λαό στην Παλαιστίνη. Ταυτόχρονα προέβλεπε ότι δεν θα θίγονταν τα αστικά και θρησκευτικά δικαιώματα των μη εβραϊκών κοινοτήτων.

Όπως προκύπτει από το ίδιο το κείμενο της Διακήρυξης, που διατηρεί ο ΟΗΕ, οι δύο δεσμεύσεις δεν διατυπώνονταν με τους ίδιους όρους: η αναγνώριση μιας εβραϊκής εθνικής επιδίωξης δεν συνοδευόταν από αντίστοιχη ρητή αναγνώριση της αραβικής αυτοδιάθεσης.

Στη διάρκεια της βρετανικής διοίκησης, οι αντιφάσεις έγιναν συγκρούσεις. Η αραβική εξέγερση του 1936–1939 αντιμετωπίστηκε με καταστολή. Αλλά και οι βρετανικοί περιορισμοί στην εβραϊκή μετανάστευση, καθώς οι Εβραίοι της Ευρώπης προσπαθούσαν να διαφύγουν από τον ναζισμό, όξυναν την αντιπαράθεση με το σιωνιστικό κίνημα.

Το βρετανικό National Army Museum περιγράφει πώς, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η αντιπαράθεση εξελίχθηκε σε ένοπλη εκστρατεία εναντίον της βρετανικής παρουσίας. Το 1946, η Ιργκούν ανατίναξε πτέρυγα του ξενοδοχείου King David στην Ιερουσαλήμ, σκοτώνοντας περισσότερους από 90 ανθρώπους.

Το 1948, η Βρετανία εγκατέλειψε την εντολή της. Η ίδρυση του Ισραήλ και ο πόλεμος συνδέθηκαν με τον μαζικό εκτοπισμό Παλαιστινίων, τη Νάκμπα.

Η ιστορική αφετηρία, επομένως, δεν ήταν μια απλή ιστορία φιλίας. Η ίδια δύναμη που είχε στηρίξει την εβραϊκή εθνική εστία είχε γίνει στόχος εβραϊκών ένοπλων οργανώσεων, ενώ για τους Παλαιστινίους η βρετανική διοίκηση είχε αφήσει μια κληρονομιά βαθιάς αδικίας.

Από τις συγκρούσεις στη στρατηγική συνεργασία

Μόλις οκτώ χρόνια αργότερα, η εικόνα είχε αντιστραφεί. Στην κρίση του Σουέζ, το 1956, Βρετανία, Γαλλία και Ισραήλ συνεργάστηκαν μυστικά εναντίον της Αιγύπτου του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ.

Όπως εξηγεί το National Army Museum στην ιστορική αναδρομή του για το Σουέζ, η στρατιωτική επιχείρηση εξελίχθηκε σε πολιτική καταστροφή για το Λονδίνο. Ως προς τις βρετανοϊσραηλινές σχέσεις, όμως, ήταν στιγμή σύμπλευσης: τα στρατηγικά συμφέροντα είχαν φέρει κοντά πρώην αντιπάλους.

Οι επόμενες δεκαετίες δεν εξάλειψαν τις διαφωνίες. Δημιούργησαν, ωστόσο, ένα ευρύ πλέγμα οικονομικών, επιστημονικών και αμυντικών δεσμών.

Μόλις τον Μάρτιο του 2023, οι δύο κυβερνήσεις υπέγραφαν έναν οδικό χάρτη συνεργασίας έως το 2030, με φιλοδοξίες για βαθύτερες σχέσεις στην τεχνολογία, στο εμπόριο και στην ασφάλεια. Το κείμενο επαναβεβαίωνε παράλληλα τη βρετανική υποστήριξη στη λύση δύο κρατών.

Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη —στενή συνεργασία με το Ισραήλ και προσήλωση σε παλαιστινιακό κράτος— βρίσκεται σήμερα υπό τη μεγαλύτερη πίεση.

Η Γάζα άλλαξε το πολιτικό κόστος

Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 προκάλεσαν ισχυρή βρετανική αλληλεγγύη προς το Ισραήλ. Η εξέλιξη του πολέμου στη Γάζα, όμως, με την πλήρη ισοπέδωση, τις τεράστιες απώλειες αμάχων και την ανθρωπιστική κρίση, έκανε ολοένα δυσκολότερη την ανεπιφύλακτη υποστήριξη της ισραηλινής κυβέρνησης.

Η απομάκρυνση προχώρησε σταδιακά. Τον Σεπτέμβριο του 2024, η κυβέρνηση των Εργατικών ανέστειλε περίπου 30 από τις 350 άδειες εξαγωγής στρατιωτικού υλικού προς το Ισραήλ. Η επίσημη αιτιολόγηση ήταν ο σαφής κίνδυνος χρήσης συγκεκριμένου εξοπλισμού σε σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Η απόφαση δεν αποτελούσε γενικό εμπάργκο· διατηρήθηκε ειδική εξαίρεση για την πολυεθνική εφοδιαστική αλυσίδα των F-35.

Ακολούθησαν το πάγωμα των διαπραγματεύσεων για νέα εμπορική συμφωνία και κυρώσεις κατά προσώπων που συνδέονται με τη βία και την υποκίνηση στη Δυτική Όχθη. Τον Σεπτέμβριο του 2025, η Βρετανία αναγνώρισε το παλαιστινιακό κράτος. Η αναγνώριση, ωστόσο, άφηνε ανοιχτό ένα δύσκολο ερώτημα:

Τι αξία έχει η διπλωματική αναγνώριση ενός κράτους, εάν στο έδαφος περιορίζεται διαρκώς η δυνατότητα δημιουργίας του;

Η Δυτική Όχθη μετατρέπει τη διαφωνία σε ρήξη

Στις 8 Σεπτεμβρίου 2026, η κυβέρνηση του Άντι Μπέρναμ ανακοίνωσε μέτρα που επιχειρούν να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα.

Το σχέδιο περιλαμβάνει απαγόρευση εισαγωγών από τους εποικισμούς, νέες δυνατότητες κυρώσεων κατά όσων στηρίζουν οικονομικά την επέκτασή τους και απαγόρευση διαφήμισης εποικιστικών ακινήτων. Πρόκειται για μέτρα που χρειάζονται εφαρμοστικές διαδικασίες: σύμφωνα με το Associated Press, ο Εντ Μίλιμπαντ τοποθέτησε την έναρξη της εμπορικής απαγόρευσης σε έξι έως εννέα μήνες.

Υπήρξε και μια ευρύτερη μεταβολή. Στην επίσημη ανακοίνωσή του, το Φόρεϊν Όφις χαρακτήρισε παράνομη τη συνεχιζόμενη ισραηλινή κατοχή παλαιστινιακών εδαφών, ευθυγραμμίζοντας τη θέση του με το κεντρικό συμπέρασμα της συμβουλευτικής γνωμοδότησης του Διεθνούς Δικαστηρίου.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το σχέδιο Ε1, το οποίο απειλεί την εδαφική συνέχεια της Δυτικής Όχθης. Μιλώντας στο BBC, ο Μίλιμπαντ υποστήριξε ότι τα τετελεσμένα καταστρέφουν την προοπτική δύο κρατών και ότι η αναμονή θα μπορούσε να την καταστήσει μη αναστρέψιμη.

Η αντιπαράθεση έχει πλέον μετακινηθεί από τον τρόπο διεξαγωγής ενός πολέμου στον χάρτη της επόμενης ημέρας.

Οι πόρτες που κλείνουν στην Ιερουσαλήμ

Η ισραηλινή απάντηση ήταν άμεση. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ ανακοίνωσε το κλείσιμο του βρετανικού προξενείου στην Ιερουσαλήμ, την απομάκρυνση Βρετανών από το κέντρο συντονισμού για τη Γάζα, τον τερματισμό της βρετανικής εκπαίδευσης παλαιστινιακών δυνάμεων και απαγορεύσεις εισόδου.

Ισραηλινά δημοσιεύματα δίνουν στο προξενείο περιθώριο 30 ημερών για να σταματήσει τη λειτουργία του. Η εξέλιξη δεν ισοδυναμεί με κλείσιμο της βρετανικής πρεσβείας στο Ισραήλ: το προξενείο εκπροσωπεί τη Βρετανία στην Ιερουσαλήμ και στα παλαιστινιακά εδάφη.

Η επιλογή έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία. Η Βρετανία επιχειρεί να στηρίξει την παλαιστινιακή κρατική προοπτική και το Ισραήλ απαντά περιορίζοντας τη βρετανική παρουσία ακριβώς εκεί όπου αυτή θα έπρεπε να οικοδομηθεί.

Η ρητορική είχε ήδη προετοιμάσει το έδαφος. Τον Αύγουστο, όπως μετέδωσε το Al Jazeera, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου αποκάλεσε τη χώρα «Ισλαμική Δημοκρατία της Βρετανίας». Η φράση προκάλεσε αντιδράσεις και από βρετανικές εβραϊκές οργανώσεις, που τη χαρακτήρισαν επικίνδυνη και διχαστική.

Μια σύγκρουση με εσωτερικό και διεθνές ακροατήριο

Για τους Εργατικούς, η πίεση έρχεται και από ψηφοφόρους και βουλευτές που θεωρούν ότι οι καταδίκες χωρίς συνέπειες έχουν εξαντλήσει την αξιοπιστία τους. Για την ισραηλινή κυβέρνηση, ενόψει εκλογών, η αντιπαράθεση μπορεί να παρουσιαστεί ως αντίσταση σε εξωτερικές πιέσεις.

Αυτό εξηγεί και την ένσταση ότι οι κυρώσεις ενδέχεται να ενισχύσουν πολιτικά τον Νετανιάχου. Δεν αποδεικνύει, όμως, ότι η απουσία πίεσης θα άλλαζε την πολιτική του.

Όπως επισημαίνει το Associated Press, ο άμεσος οικονομικός αντίκτυπος των εμπορικών περιορισμών αναμένεται περιορισμένος. Η διπλωματική τους σημασία είναι μεγαλύτερη, ιδιαίτερα επειδή Γαλλία και Καναδάς κινούνται στην ίδια κατεύθυνση.

Παράλληλα, ο Μίλιμπαντ επιχειρεί να χαράξει μια σαφή διαχωριστική γραμμή: η κριτική στην ισραηλινή κυβέρνηση δεν νομιμοποιεί την απόδοση ευθύνης στους Βρετανούς Εβραίους. Όπως τόνισε στο BBC, κάτι τέτοιο αποτελεί αντισημιτισμό.

Το δύσκολο τεστ της επιρροής

Η πλήρης ρήξη παραμένει διαφορετικό ενδεχόμενο από τη σημερινή πολιτική σύγκρουση. Το Λονδίνο δηλώνει ότι επιδιώκει να προστατεύσει το ευρύτερο εμπόριο και τους επιστημονικούς δεσμούς με το Ισραήλ. Δεν προκύπτει ότι κάθε δίαυλος συνεργασίας έχει κλείσει.

Το ερώτημα είναι εάν οι δεσμοί αυτοί μπορούν ακόμη να μετατραπούν σε επιρροή.

Η Βρετανία επιχειρεί να αποδείξει ότι η στήριξη στη λύση δύο κρατών συνεπάγεται κόστος για όσους την υπονομεύουν. Η ισραηλινή κυβέρνηση επιχειρεί να καταστήσει ακριβή την άσκηση αυτής της πίεσης.

Περισσότερο από έναν αιώνα μετά τον Μπάλφουρ, το Λονδίνο βρίσκεται ξανά μπροστά στην απόσταση ανάμεσα στις διπλωματικές λέξεις και στην πραγματικότητα της Παλαιστίνης. Το κρίσιμο πλέον είναι αν μπορεί να επηρεάσει τον χάρτη — πριν οι διακηρύξεις του χάσουν και το τελευταίο έδαφος στο οποίο θα μπορούσαν να εφαρμοστούν.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος