WSJ: Η Βενεζουέλα έγινε προτεκτοράτο

Ημερομηνία: 03-09-2026



Ο Καναδάς γνωρίζει ότι σε έναν εμπορικό πόλεμο με τις ΗΠΑ έχει πολύ περισσότερα να χάσει. Κι όμως, η κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνεϊ εμφανίζεται διατεθειμένη να αναλάβει αυτό το κόστος. Γιατί;

Η απάντηση, σύμφωνα με ανάλυση του Greg Ip στη Wall Street Journal, βρίσκεται πολύ πέρα από τους δασμούς, τα αυτοκίνητα ή το πετρέλαιο. Για την Οτάβα, η αντιπαράθεση με τον Ντόναλντ Τραμπ έχει μετατραπεί πλέον σε ζήτημα εθνικής κυριαρχίας.

Και υπάρχει ένα προηγούμενο που στοιχειώνει τον Καναδά: η Βενεζουέλα. Η WSJ χρησιμοποιεί εξαιρετικά σκληρή γλώσσα για να περιγράψει αυτό που έχει συμβεί στη χώρα μετά τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο. Η Βενεζουέλα, γράφει ο Greg Ip, δεν έγινε τελικά η 51η Πολιτεία των ΗΠΑ, όπως είχε κάποτε αφήσει να εννοηθεί ο Τραμπ. Έγινε όμως κάτι που μοιάζει περισσότερο με προτεκτοράτο ή αποικία. Όπως κι αν το αποκαλέσει κανείς, σημειώνει η WSJ, δεν είναι πλέον κυρίαρχο κράτος.

Η προσωρινή πρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκες εγκαταστάθηκε, σύμφωνα με την εφημερίδα, με την υποστήριξη των Αμερικανών και παραμένει στην εξουσία όσο διαθέτει την εύνοιά τους. Αμερικανικά στρατεύματα εισέρχονται και εξέρχονται από τη χώρα, τα έσοδα από το πετρέλαιο περνούν μέσω του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, ενώ ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε πρόσφατα ότι οι ΗΠΑ απέκτησαν χωρίς κόστος τον έλεγχο σημαντικού τμήματος των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας.

Για τον Καναδά, ακριβώς αυτή η εικόνα λειτουργεί ως προειδοποίηση. «Κανένας Καναδός ηγέτης δεν θέλει να γίνει η Ντέλσι Ροντρίγκες του Βορρά», όπως το έθεσε χαρακτηριστικά η πρώην αντιπρόεδρος της καναδικής κυβέρνησης Κρίστια Φρίλαντ.

Το «δόγμα Ντονρόε»

Η WSJ εντάσσει την πολιτική αυτή στο λεγόμενο «δόγμα Ντονρόε» – ένα λογοπαίγνιο που συνδυάζει το όνομα του Ντόναλντ Τραμπ με το ιστορικό Δόγμα Μονρόε του 1823.

Στη σημερινή του εκδοχή, κατά την ανάλυση, η Ουάσιγκτον επιδιώκει την αμερικανική κυριαρχία στο δυτικό ημισφαίριο, χρησιμοποιώντας την οικονομική, πολιτική και, όπου χρειάζεται, στρατιωτική της ισχύ. Η Βενεζουέλα αποτελεί την πιο ακραία εκδοχή του δόγματος. Δεν είναι όμως η μοναδική χώρα στην οποία ο Τραμπ έχει συνδέσει την οικονομική ισχύ των ΗΠΑ με αμιγώς πολιτικούς στόχους.

Η κυβέρνησή του έχει παρέμβει στις αγορές της Αργεντινής για να στηρίξει έναν σύμμαχο, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επιχειρήσει να επηρεάσει τις πολιτικές εξελίξεις στη Βραζιλία και την Κολομβία.

Και στην περίπτωση του Καναδά έχει επανειλημμένα αφήσει να εννοηθεί ότι η χώρα θα μπορούσε να αποφύγει τους αμερικανικούς δασμούς εάν γινόταν η 51η Πολιτεία των ΗΠΑ.

Από το «άλμα πίστης» στον φόβο της εξάρτησης

Η αλλαγή είναι εντυπωσιακή εάν συγκριθεί με την πορεία των προηγούμενων δεκαετιών. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ πρωταγωνίστησαν στη δημιουργία ενός διεθνούς συστήματος ελεύθερου εμπορίου, θεωρώντας ότι η οικονομική αλληλεξάρτηση όχι μόνο δημιουργεί πλούτο αλλά ενισχύει και τους δεσμούς μεταξύ συμμάχων.

Στη δεκαετία του 1980, ο Καναδάς έκανε αυτό που ο ίδιος αποκαλούσε ένα «άλμα πίστης» και προχώρησε σε συμφωνία ελεύθερου εμπορίου με τις ΗΠΑ. Ο Ρόναλντ Ρίγκαν χαρακτήρισε τότε τη συμφωνία «μοντέλο για το μέλλον».

Ακολούθησε η NAFTA με τη συμμετοχή του Μεξικού και, δεκαετίες αργότερα, η USMCA. Ακόμη και κατά την πρώτη προεδρία Τραμπ, όταν η NAFTA επαναδιαπραγματεύθηκε, η βασική λογική παρέμενε εμπορική: η Ουάσιγκτον διεκδικούσε ευνοϊκότερους όρους, αλλά η τελική συμφωνία έπρεπε να μπορεί να γίνει αποδεκτή και από τους εταίρους της.

Στη δεύτερη θητεία του Τραμπ, σύμφωνα με τη WSJ, αυτή η λογική άλλαξε ριζικά.

Όταν οι δασμοί γίνονται πολιτικό όπλο

Οι δασμοί άρχισαν να συνδέονται ανοιχτά με στόχους που δεν είχαν άμεση σχέση με το εμπόριο. Ο Τραμπ απείλησε την Κολομβία με δασμούς όταν αρνήθηκε να δεχθεί πτήσεις με απελαθέντες. Άσκησε εμπορική πίεση στη Βραζιλία με φόντο τη δίωξη του πολιτικού του συμμάχου Ζαΐχ Μπολσονάρου. Χρησιμοποίησε την απειλή δασμών προς την Ευρώπη στην προσπάθειά του να πιέσει τη Δανία για τη Γροιλανδία.

Για τον Καναδά, η απειλή έγινε ακόμη πιο άμεση. Οι ανησυχίες στην Οτάβα εντάθηκαν όταν ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ φάνηκε να εκφράζει υποστήριξη προς το αυτονομιστικό κίνημα της Αλμπέρτα, η οποία πρόκειται να πραγματοποιήσει σχετικό δημοψήφισμα τον επόμενο μήνα.

Παράλληλα, οι καναδικές αρχές άρχισαν να αντιμετωπίζουν τους αμερικανικούς δασμούς στα αυτοκίνητα και στα φορτηγά όχι απλώς ως διαπραγματευτικό όπλο, αλλά ως ενδεχόμενη προσπάθεια αποδυνάμωσης της ίδιας της καναδικής αυτοκινητοβιομηχανίας.

Ο Τραμπ ενίσχυσε αυτές τις υποψίες με μία από τις χαρακτηριστικά ωμές τοποθετήσεις του: «Δεν θέλω καναδικά αυτοκίνητα, δεν θέλω καναδικά ανταλλακτικά, δεν θέλω τίποτα καναδικό».

Η εξαίρεση του πετρελαίου

Υπάρχει, ωστόσο, μια κρίσιμη εξαίρεση: οι πρώτες ύλες. Ενώ ο Τραμπ επιμένει σε υψηλούς δασμούς για καναδικά μεταποιημένα προϊόντα, έχει διατηρήσει χαμηλότερες επιβαρύνσεις στο καναδικό πετρέλαιο και έχει επιδιώξει μεγαλύτερη πρόσβαση σε αυτό.

Παράλληλα, θέλει να αναβιώσει τον αγωγό Keystone XL, που θα μεταφέρει πετρέλαιο από τον Καναδά προς αμερικανικά διυλιστήρια.

Η WSJ βλέπει εδώ μια ευρύτερη λογική: μια αντίληψη των γειτονικών χωρών ως προμηθευτών πρώτων υλών και ταυτόχρονα αγορών για τα αμερικανικά βιομηχανικά προϊόντα.

Για την Οτάβα, αυτό ακριβώς είναι που μετατρέπει μια εμπορική εξάρτηση σε πιθανή γεωπολιτική ευπάθεια.

Ποιος αποφασίζει μέσα στο «φρούριο»;

Η ίδια σύγκρουση αποτυπώνεται και στην ιδέα της «Fortress North America», μιας κοινής βορειοαμερικανικής οικονομικής και στρατηγικής άμυνας, κυρίως απέναντι στην Κίνα.

Ο Καναδάς είχε εμφανιστεί θετικός σε μια τέτοια προσέγγιση. Το πρόβλημα ήταν ποιος θα έθετε τους κανόνες.

Ο πρώην Καναδός εμπορικός διαπραγματευτής Στιβ Βερχόιλ περιέγραψε την αμερικανική εκδοχή ως ένα «Φρούριο Βόρεια Αμερική» στο οποίο ένας ηγεμόνας θα υπαγόρευε τι μπορούν να κάνουν οι υπόλοιποι κάτοικοι του φρουρίου με τον έξω κόσμο, διατηρώντας ταυτόχρονα το δικαίωμα να τους επιβάλλει περιορισμούς στο εσωτερικό του.

Αυτή είναι και η ουσία της σημερινής καναδικής αντίδρασης.

Το στοίχημα του Κάρνεϊ

Το ερώτημα είναι εάν ο Καναδάς μπορεί να αντέξει έναν παρατεταμένο εμπορικό πόλεμο.

Η ανισορροπία ισχύος είναι τεράστια και η καναδική οικονομία έχει σαφώς περισσότερα να χάσει από μια παρατεταμένη σύγκρουση με τον μεγαλύτερο εμπορικό της εταίρο.

Η κυβέρνηση του Μαρκ Κάρνεϊ ενδέχεται να ποντάρει στον χρόνο: ότι μπορεί να αντέξει μέχρι να τελειώσει η προεδρία Τραμπ και ότι μια επόμενη αμερικανική κυβέρνηση θα επιχειρήσει να επαναφέρει τις σχέσεις σε πιο παραδοσιακές βάσεις.

Οι δασμοί μπορεί να επιβιώσουν του Τραμπ. Το «δόγμα Ντονρόε», εκτιμά η WSJ, ίσως όχι.

Μέχρι τότε, όμως, η Οτάβα αντιμετωπίζει τη σύγκρουση ως κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια διαφωνία για δασμούς και εμπορικά ελλείμματα.

Ο φόβος του Καναδά είναι ότι η οικονομική εξάρτηση από τις ΗΠΑ μπορεί κάποια στιγμή να μετατραπεί σε πολιτική υποτέλεια. Ότι δηλαδή μπορεί να ακολουθήσει, έστω σε πολύ διαφορετικό βαθμό, τον δρόμο μιας Βενεζουέλας που η WSJ περιγράφει πλέον με λέξεις όπως «προτεκτοράτο» και «αποικία».

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος