Ξεκινά στο Παρίσι η κρίσιμη έφεση για τις προεδρικές του 2027
Μια από τις πιο καθοριστικές νομικές μάχες της πολιτικής της διαδρομής ξεκινά αυτή την εβδομάδα στο Παρίσι για τη Μαρίν Λε Πεν. Η ηγέτιδα της γαλλικής ακροδεξιάς προσφεύγει σε δεύτερο βαθμό κατά της απόφασης που της απαγορεύει τη συμμετοχή σε δημόσια αξιώματα, μια εξέλιξη που θα κρίνει αν θα μπορέσει να διεκδικήσει την προεδρία της Γαλλίας στις εκλογές του 2027.
Η Λε Πεν, ιστορικό πρόσωπο του κόμματος Εθνικός Συναγερμός (RN), θεωρούνταν μέχρι πρόσφατα ένα από τα φαβορί για τη διαδοχή στην προεδρία. Ωστόσο, η καταδίκη της το 2024 για κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων ανέτρεψε τα δεδομένα. Το δικαστήριο έκρινε ότι η ίδια και στελέχη του κόμματος χρησιμοποίησαν περισσότερα από 4 εκατομμύρια ευρώ από πόρους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για κομματικές ανάγκες, επιβάλλοντας πενταετή απαγόρευση εκλογιμότητας με άμεση ισχύ.
Την έφεση έχουν καταθέσει τόσο η ίδια όσο και το RN, μαζί με ακόμη δέκα καταδικασθέντες. Η ακροαματική διαδικασία ξεκινά την Τρίτη και αναμένεται να ολοκληρωθεί στις 12 Φεβρουαρίου, ενώ η απόφαση του δικαστηρίου τοποθετείται χρονικά πριν από το καλοκαίρι.
Κρίσιμη απόφαση για το πολιτικό της μέλλον
Εφόσον η απαγόρευση ακυρωθεί ή περιοριστεί σημαντικά, η Λε Πεν θα διατηρήσει ανοιχτό τον δρόμο για μια ακόμη προεδρική αναμέτρηση. Σε διαφορετική περίπτωση, έχει ήδη προαναγγείλει ότι τη «σκυτάλη» θα πάρει ο 30χρονος πρόεδρος του RN, Ζορντάν Μπαρντελά, τον οποίο θεωρεί πολιτικό της διάδοχο.
Ο ίδιος, σε δηλώσεις του τη Δευτέρα, εξέφρασε την πλήρη στήριξή του στη Λε Πεν, τονίζοντας ότι θα αποδείξει την αθωότητά της και κάνοντας λόγο για σχέση «στήριξης και φιλίας».
Διεθνείς αντιδράσεις και αμερικανικό ενδιαφέρον
Η υπόθεση έχει αποκτήσει και διεθνείς διαστάσεις. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, καθώς και στελέχη του περιβάλλοντός του, είχαν εκφράσει δημόσια τη συμπαράστασή τους στη Λε Πεν μετά την καταδίκη της, παρουσιάζοντας την υπόθεση ως παράδειγμα πολιτικής στοχοποίησης της ακροδεξιάς από ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν δει το φως της δημοσιότητας, Αμερικανοί αξιωματούχοι είχαν συζητήσει ακόμη και το ενδεχόμενο κυρώσεων σε βάρος Γάλλων δικαστικών λειτουργών — σενάριο που διαψεύστηκε επισήμως από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, το οποίο έκανε λόγο για «ανυπόστατη ιστορία».
Η γαλλική κυβέρνηση, πάντως, δηλώνει σε επιφυλακή. Η εκπρόσωπός της, Μοντ Μπρεζεόν, υπογράμμισε ότι τυχόν παρεμβάσεις από το εξωτερικό στη γαλλική Δικαιοσύνη θα ήταν απαράδεκτες, μετά και τις δηλώσεις του προέδρου του δικαστηρίου του Παρισιού περί «μη ανεκτής παρέμβασης στα εσωτερικά της χώρας».
«Πολιτική δίωξη», λέει η Λε Πεν
Η ίδια η Λε Πεν έχει επανειλημμένα καταγγείλει ότι η απόφαση εις βάρος της έχει πολιτικά κίνητρα. Μετά την πρωτόδικη καταδίκη της, είχε δηλώσει ότι «σε μια χώρα που υπερηφανεύεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εφαρμόζονται πρακτικές που θυμίζουν αυταρχικά καθεστώτα».
Από την πλευρά τους, οι δικαστές αιτιολόγησαν την άμεση εφαρμογή της απαγόρευσης επικαλούμενοι την ανάγκη προστασίας της «δημοκρατικής τάξης». Δημοσκοπήσεις έδειξαν τότε ότι η πλειονότητα των Γάλλων πολιτών συμφωνούσε με την απόφαση.
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, που είχε παρασταθεί ως πολιτική αγωγή, έχει ζητήσει την επικύρωση των ποινών και αποζημίωση άνω των 3 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ στο RN έχει επιβληθεί πρόστιμο 2 εκατομμυρίων ευρώ, με το μισό ποσό σε αναστολή.
Παρά τις νομικές περιπέτειες της Λε Πεν, αναλυτές επισημαίνουν ότι η υπόθεση φαίνεται να ενισχύει τη δυναμική του Μπαρντελά. Δημοσκόπηση του περασμένου φθινοπώρου έδειχνε ότι ο νεαρός πολιτικός θα μπορούσε να επικρατήσει σε προεδρική αναμέτρηση δεύτερου γύρου, ανεξαρτήτως αντιπάλου.
Με πληροφορίες από Reuters


