Υπάρχει πολιτική βούληση στήριξης των μεταποιητικών βιομηχανιών;
Τoυ Αντώνη Κοντολέοντος, προέδρου της ΕΒΙΚΕΝ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ από ποτέ άλλοτε, η βιομηχανία είναι στο επίκεντρο του διεθνούς οικονομικού ανταγωνισμού, ενώ όλες οι χώρες σήμερα θέτουν ως κορυφαία προτεραιότητα την ανταγωνιστικότητα της μεταποιητικής βιομηχανίας τους, καθώς είναι γεγονός ότι η βιομηχανία είναι η ατμομηχανή κάθε οικονομίας.
ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ, δυστυχώς, διαπιστώνουμε ότι δεν υπάρχει πολιτική για την περαιτέρω ανάπτυξη της μεταποιητικής βιομηχανίας ανάλογη με εκείνη των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών, παρά το γεγονός ότι η τελευταία έχει αποδείξει στην πράξη τη δυναμική της.
ΟΙ ΕΞΑΓΩΓΕΣ μεταποιητικών προϊόντων (εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών) είναι η μεγαλύτερη κατηγορία στις εισπράξεις του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών (28,9% το 2022), πριν από τις εισπράξεις από μεταφορές (κυρίως ναυτιλία) με 23,2% και τις ταξιδιωτικές εισπράξεις (τουρισμός) με 17,5%.
ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ έτη, πράγματι κατάφερε να αυξήσει τη συμμετοχή της στο ΑΕΠ της χώρας στο 9%, επίπεδο που είχε φθάσει το 2008. Παραμένει όμως τέταρτη από το τέλος στους «27», πιο πάνω από Κύπρο, Λουξεμβούργο και Μάλτα, παρά την πολύ μεγάλη αύξηση των εξαγωγών αγαθών.
ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ πράγματι να απέχουμε σημαντικά, όχι μόνο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, που είναι στο 15%, αλλά και σε σύγκριση με χώρες παρόμοιου μεγέθους, όπως Πορτογαλία, Σουηδία και Δανία, οι οποίες έχουν διπλάσιες εξαγωγές αγαθών ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με εμάς, οι δε Αυστρία και Βουλγαρία τριπλάσιες. Σε απόλυτα μεγέθη, η Πορτογαλία έχει διπλάσιες εξαγωγές αγαθών, η Αυστρία πενταπλάσιες.
ΕΙΝΑΙ ΓΕΓΟΝΟΣ ότι ένα βασικό εμπόδιο ανάπτυξης της βιομηχανίας έντασης ενέργειας στη χώρα μας είναι το μη ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας, λόγω κυρίως της ολιγοπωλιακής δομής της εγχώριας αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
ΎΣΤΕΡΑ από οκτώ μήνες άκαρπης διαπραγμάτευσης με το υπουργείο Ενέργειας και ενώ είχε ήδη ξεκινήσει ο πόλεμος στο Ιράν, η κυβέρνηση στην ουσία δεν εξήγγειλε κανένα ουσιαστικό μέτρο για να στηρίξει την ανταγωνιστικότητα των εγχώριων μεταποιητικών βιομηχανιών.
ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αυτή τη φορά έχει από τον Ιούνιο θεσπίσει τη δυνατότητα τα κράτη-μέλη να μπορούν να επιδοτήσουν το σύνολο της βιομηχανίας τους μέσω του μηχανισμού για Καθαρή Βιομηχανία (Clean Industrial State Aid Framework- CISAF), που προβλέπει έκπτωση έως 50% επί της ετήσιας τιμής της χονδρεμπορικής αγοράς για το 50% της κατανάλωσης κάθε βιομηχανίας για τρία χρόνια.
ΉΔΗ ΈΧΟΥΝ εγκριθεί αντίστοιχα μέτρα στη Γερμανία, στη Βουλγαρία και τη Σλοβενία και ακολουθούν και άλλες χώρες σύντομα.
Αξίζει επίσης να κάνουμε μνεία και στην Ιταλία, όπου η κυβέρνηση εγγυήθηκε σταθερή τιμή ρεύματος 55€/Μwh για όλες τις βιομηχανίες της χώρας για τρία έτη με το γνωστό «ιταλικό μοντέλο».
Ουσιαστικά, μετά την απόρριψη του «ιταλικού μοντέλου» από την Επιτροπή για τη χώρα μας, η υιοθέτηση του CISAF από την ελληνική κυβέρνηση ήταν μονόδρομος.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ κυβέρνηση, όμως, περιορίστηκε απλά να δηλώσει ότι η επιδότηση, που λαμβάνουν από το 2013
συγκεκριμένοι μόνο βιομηχανικοί κλάδοι για να αντισταθμίσουν την επιβάρυνση στα τιμολόγια ρεύματος από τη χρέωση των δικαιωμάτων CO2, είναι υπεραρκετή για τη στήριξη της ανταγωνιστικότητας των συγκεκριμένων κλάδων. Για την πλειοψηφία δε των μεταποιητικών επιχειρήσεων εξήγγειλε από τον Ιούλιο μείωση κατά 2-3 €/Mwh της χρέωσης ΥΚΩ.
ΚΑΙ ΑΥΤΟ παρά το γεγονός ότι η Αντιστάθμιση CO2 είναι προφανές ότι δεν έχει σχεδιαστεί και δεν μπορεί να αντισταθμίσει την επιβάρυνση στα βιομηχανικά τιμολόγια από μια εκτόξευση των τιμών στη χονδρεμπορική αγορά, λόγω περαιτέρω εκτόξευσης των τιμών του φ.α.
Κάτι που θεωρείται περισσότερο από βέβαιο ότι θα συμβεί στο άμεσο μέλλον, όταν ειδικά η ζήτηση σε συνδυασμό με τις υψηλές εξαγωγές υπερβεί την παραγωγή των ΑΠΕ το καλοκαίρι.
ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ της νέας κρίσης, μάλιστα, η Επιτροπή προτείνει στα κράτη-μέλη, ως προσωρινό μέτρο έως το τέλος του 2026, η επιδότηση μέσω του CISAF να αφορά έως το 70% της τιμής της αγοράς και επιπλέον να είναι δυνατή η σώρευση του CISAF έως το 50% με την επιδότηση για την Αντιστάθμιση χρέωση CO2.
ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΦΑΝΕΡΟ ότι η Επιτροπή έχει πλέον στη διάθεση των κρατών-μελών δύο μέτρα ενίσχυσης των βιομηχανιών τους, που μπορούν να εφαρμοστούν ταυτόχρονα. Σίγουρα πρόκειται για δύο διακριτά μέτρα ενίσχυσης των βιομηχανιών, με τελείως όμως διαφορετική στόχευση και διαφορετικό πεδίο εφαρμογής.
Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ μάλιστα αποφάσισε να εφαρμόσει και τα δύο μέτρα επιδότησης, εκείνο της Αντιστάθμισης CO2 και εκείνο του CISAF. Ήτοι θωρακίζει τη βιομηχανία της και έναντι των τιμών της αγοράς και έναντι των τιμών του CO2.
ΤΟ ΓΕΓΟΝΟΣ ότι το CISAF υποχρεώνει τις βιομηχανίες να επενδύσουν το 50% της επιδότησης σε πράσινα έργα είναι ένας όρος καθ’ όλα αποδεκτός, καθώς όλες οι βιομηχανίες έχουν πλέον κατανοήσει την αναγκαιότητα επένδυσης σε έργα αυτοκατανάλωσης, ακόμη και με τη μορφή αποθήκευσης πριν τον μετρητή.
ΕΙΝΑΙ, ΕΠΙΣΗΣ, προφανές ότι η επιδότηση από την Αντιστάθμιση, όσο υψηλή και εάν είναι, δεν μπορεί από μόνη της να εξασφαλίσει, σε όσες βιομηχανίες εφαρμόζεται, μια σημαντική μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας σε περιόδους ενεργειακής κρίσης.
Επίσης, η σημερινή εξαγγελία δεν διασφαλίζει το ύψος της επιδότησης, προτού εκδοθεί η σχετική υπουργική απόφαση για το ύψος του ποσού που θα διατεθεί από την πώληση των δικαιωμάτων CO2, η οποία όμως θα εκδοθεί το επόμενο έτος τέτοια εποχή.
ΔΕΝ ΘΑ ΕΙΝΑΙ η πρώτη φορά που υπάρχει υπαναχώρηση σε συμφωνημένα μέτρα, όπως συμβαίνει ήδη με την
Αντιστάθμιση CO2 για το 2025 και το 2023, παρά τις σχετικές Υ.Α. που είχαν εκδοθεί από την προηγούμενη ηγεσία του ΥΠΕΝ.
Για να μην αναφερθούμε στην επιδότηση του μειωμένου ΕΤΜΕΑΡ στις βιομηχανίες ΜΤ στις οποίες οφείλονται 17 εκατ. €/έτος από το 2022, ενώ την ίδια ώρα δεν εισπράττονται 70 εκατ. €/έτος από επιχειρήσεις που δεν δικαιούνται μειωμένο ΕΤΜΕΑΡ, γεγονός που έχει μπλοκάρει την έγκριση του νέου σχήματος από την Επιτροπή.
ΔΥΣΤΥΧΩΣ, παραμένει το ερώτημα εάν στη χώρα μας υπάρχει πολιτική βούλησης στήριξης των μεταποιητικών βιομηχανιών στη χώρα.


