Υπέρ-θετικός ο αντίκτυπος των επενδύσεων στην καινοτομία

Ημερομηνία: 09-08-2026



Οικονομική μελέτη σχετικά με τον αντίκτυπο της φαρμακευτικής καινοτομίας στην Ευρώπη ενισχύει το επιχείρημα ότι η υποεπένδυση στην υγεία δεν οδηγεί σε εξοικονόμηση πόρων αλλά κοστίζει περισσότερο.

Μια νέα ολοκληρωμένη μελέτη για την κοινωνική και οικονομική αξία της φαρμακευτικής καινοτομίας δημοσιεύθηκε στις αρχές Ιουλίου από την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Φαρμακευτικών Βιομηχανιών και Ενώσεων – EFPIA, και δείχνει ότι μεταξύ 2014 και 2024, η επένδυση της Ευρώπης ύψους 11,67 δισεκατομμυρίων ευρώ σε νέα φάρμακα απέδωσε περισσότερο από 5 φορές το ποσό σε κοινωνικές, οικονομικές και νοσοκομειακές εξοικονομήσεις – που ισοδυναμεί με συνολικά 66 δισεκατομμύρια ευρώ, συμπεριλαμβανομένων άνω των 9 δισεκατομμυρίων ευρώ σε άμεσες νοσοκομειακές εξοικονομήσεις.

Η μελέτη εξετάζει τον αντίκτυπο στη θνησιμότητα και την αξιοποίηση των νοσοκομείων και ποσοτικοποιεί τις οικονομικές αποδόσεις με βάση τρεις κύριες περιοχές ασθενειών σε 29 ευρωπαϊκές χώρες (Αυστρία, Βέλγιο, Βουλγαρία, Κροατία, Τσεχία, Εσθονία, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ουγγαρία, Ιρλανδία, Ιταλία, Λετονία, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Νορβηγία, Πολωνία, Πορτογαλία, Ρουμανία, Σερβία, Σλοβακία, Σλοβενία, Ισπανία, Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο) μεταξύ 2014 και 2022.

Σύμφωνα με τα βασικά ευρήματα η χρήση πρόσφατα εγκεκριμένων φαρμάκων, μεταξύ 2014 και 2022, συνδέεται με μείωση 1,83 εκατομμυρίων ετών ζωής που χάνονται πριν από την ηλικία των 85 ετών και μείωση 20,9 εκατομμυρίων ημερών νοσηλείας σε 29 ευρωπαϊκές χώρες, που ισοδυναμεί με την απελευθέρωση περισσότερων από 57.000 νοσοκομειακών κλινών για ένα πλήρες έτος.

Επίσης, η χρήση καινοτόμων φαρμάκων έχει αποδώσει έως και 6 φορές το κόστος, με συνολικό αντίκτυπο άνω των 66 δισεκατομμυρίων ευρώ σε όλη την Ευρώπη.

Τα καινοτόμα φάρμακα έχουν δημιουργήσει 38 δισεκατομμύρια ευρώ σε παραγωγικότητα του εργατικού δυναμικού, 19 δισεκατομμύρια ευρώ σε απλήρωτες εισφορές και 9 δισεκατομμύρια ευρώ σε εξοικονόμηση κόστους νοσοκομείων.

Όσον αφορά την εξοικονόμηση νοσοκομείων, επέστρεψε 78 σεντς ανά 1 ευρώ που επενδύθηκε, πριν από την καταμέτρηση των κερδών παραγωγικότητας.

Αναλυτικότερα, κάθε 1 ευρώ που επενδύθηκε σε φάρμακα για τον καρκίνο έχει επιστρέψει 6,80 ευρώ, τα φάρμακα για τον διαβήτη και τον μεταβολισμό έχουν επιστρέψει 4,70 ευρώ και τα αναπνευστικά φάρμακα έχουν επιστρέψει 3,80 ευρώ.

Αναφορικά με την πρόσβαση οι Ευρωπαίοι περιμένουν επίσης 500 ημέρες, κατά μέσο όρο, για να έχουν πρόσβαση σε ένα πρόσφατα εγκεκριμένο φάρμακο, με απόκλιση 88% στην πρόσβαση μεταξύ των χωρών.

Ενώ για τη διαθεσιμότητα, το 2025, σχεδόν τα μισά (49%) δεν είναι διαθέσιμα στους ασθενείς στην Ευρώπη – από 46% το 2019. Το 2025, το 17% είναι διαθέσιμο μόνο υπό περιορισμένες συνθήκες (6% το 2019). Το 2025, το μερίδιο των φαρμάκων που είναι πλήρως διαθέσιμα σε δημόσιους καταλόγους αποζημίωσης έχει μειωθεί σημαντικά στο 28%, από 42% το 2019.

Η μελέτη δείχνει ότι η επένδυση στην φαρμακευτική καινοτομία και η έγκαιρη διαθεσιμότητα καινοτόμων φαρμάκων δημιουργεί σημαντικά οικονομικά και κοινωνικά οφέλη, καθώς και μετριασμό των περιορισμών στην ικανότητα του εργατικού δυναμικού στα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης. Ωστόσο, αυτά τα οφέλη συχνά παρατηρούνται μακροπρόθεσμα ή εμφανίζονται εκτός των προϋπολογισμών υγείας ως μειωμένο κόστος κοινωνικής περίθαλψης, αυξημένα φορολογικά έσοδα και μειωμένα επιδόματα ασθένειας.

Ως αποτέλεσμα, η Ευρώπη συνεχίζει να επιδιώκει βραχυπρόθεσμες στρατηγικές συγκράτησης του κόστους που αποσκοπούν στη μείωση των δαπανών για φάρμακα σε όλα τα κράτη μέλη, αντί για μια επενδυτική στρατηγική που ωφελεί τους ασθενείς, τα συστήματα υγείας και την οικονομία της Ευρώπης. Για παράδειγμα, η Ευρώπη δαπανά περίπου το 1% του ΑΕΠ της σε φαρμακευτικά προϊόντα σε σύγκριση με 2% στις ΗΠΑ και 1,8% στην Κίνα.

Χωρίς δέσμευση για αυξημένες δαπάνες σε καινοτόμα φάρμακα, οι Ευρωπαίοι ασθενείς και τα συστήματα υγείας θα αντιμετωπίσουν αυξανόμενες καθυστερήσεις στην πρόσβαση στις τελευταίες επιστημονικές ανακαλύψεις και το οικοσύστημα καινοτομίας θα συνεχίσει να επιδεινώνεται σε σύγκριση με την Ασία και τις ΗΠΑ.

Η Ευρώπη συνεχίζει να δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί για επενδύσεις σε σύγκριση με τους παγκόσμιους ομολόγους της: Έχει χάσει σχεδόν το ένα τέταρτο του παγκόσμιου μεριδίου της στις επενδύσεις σε φαρμακευτική έρευνα και ανάπτυξη σε διάστημα δύο δεκαετιών και το μερίδιό της στις κλινικές δοκιμές που χρηματοδοτούνται από τη βιομηχανία έχει σχεδόν μειωθεί στο μισό από το 2013. Οι αβεβαιότητες που δημιουργούνται από τις παγκόσμιες εμπορικές και τιμολογιακές πολιτικές είναι πιθανό να επιδεινώσουν τις τάσεις.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η έρευνα, η οποία διεξήχθη από το Ινστιτούτο WifOR και συντάχθηκε από κοινού με τον οικονομολόγο του πανεπιστημίου Κολούμπια, καθηγητή Frank R. Lichtenberg, ουσιαστικά αμφισβητεί την αντίληψη της υγειονομικής περίθαλψης ως απλώς ένα κόστος που πρέπει να περιοριστεί και υποστηρίζει αντ’ αυτού ότι οι πολιτικές θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την αξία που προσφέρει η καινοτομία στα συστήματα υγείας και την κοινωνία.

Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος της EFPIA Stefan Oelrich, εάν η Ευρώπη θέλει να παραμείνει παγκόσμιος ηγέτης στις βιοεπιστήμες, πρέπει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η καινοτομία μπορεί να ευδοκιμήσει και όπου οι ασθενείς μπορούν να επωφεληθούν από τις επιστημονικές ανακαλύψεις χωρίς περιττές καθυστερήσεις. Σύμφωνα με τον ίδιο οι επιλογές που θα γίνουν σήμερα θα καθορίσουν εάν η Ευρώπη θα συνεχίσει να ηγείται στην ιατρική καινοτομία ή θα μείνει περαιτέρω πίσω σε έναν από τους πιο στρατηγικά σημαντικούς τομείς στον κόσμο.

Η EFPIA με αφορμή τη νέα μελέτη κατέγραψε μια σειρά συστάσεων πολιτικής που πρέπει να ακολουθήσουν τα 29 κράτη και αφορά πρωτίστως την αναγνώριση της φαρμακευτικής καινοτομίας ως οικονομικής επένδυσης και όχι ως κόστους. Οι αποδόσεις των φαρμάκων, όπως λέει, είναι υψηλές και πιθανώς υποτιμημένες ενώ τα πλαίσια πολιτικής θα πρέπει να αντικατοπτρίζουν την πλήρη οικονομική αξία της καινοτομίας, συμπεριλαμβανομένων των κερδών παραγωγικότητας και της μειωμένης επιβάρυνσης της υγειονομικής περίθαλψης.

Επίσης, είναι απαραίτητη η διασφάλιση έγκαιρης και ισότιμης πρόσβασης των ασθενών σε καινοτόμα φάρμακα σε όλη την Ευρώπη. Οι καθυστερήσεις στην πρόσβαση μεταφράζονται άμεσα σε απώλειες υγείας που μπορούν να αποφευχθούν και διαφυγόντα οικονομικά οφέλη. Ως εκ τούτου, ο εξορθολογισμός των οδών έγκρισης, αποζημίωσης και απορρόφησης πρέπει να αποτελεί κοινή προτεραιότητα σε όλα τα κράτη μέλη.

Και τέλος, πρέπει να ενισχυθεί το οικοσύστημα των βιοεπιστημών της Ευρώπης μέσω μιας συντονισμένης πολιτικής δράσης. Σύμφωνα με την EFPIA, το γεωπολιτικό και κανονιστικό περιβάλλον κινδυνεύει να καταστήσει την Ευρώπη λιγότερο ανταγωνιστική ως προορισμό για φαρμακευτικές επενδύσεις. Τα κράτη μέλη και τα θεσμικά όργανα της ΕΕ πρέπει να αντιμετωπίζουν την καινοτομία, την πρόσβαση και την ανταγωνιστικότητα ως διασυνδεδεμένες, όχι απομονωμένες, πολιτικές ατζέντες.

Αναφερόμενη στις προτάσεις αυτές η Nathalie Moll, γενική διευθύντρια της EFPIA, εξήγησε ότι οι δαπάνες στην υγειονομική περίθαλψη δημιουργούν σημαντικά μεγαλύτερη αξία από ό,τι κοστίζουν στην κοινωνία. «Η υποτίμηση των προϋπολογισμών για την υγεία και τα φάρμακα είναι μια πολιτική επιλογή που δεν είναι μόνο ένα στρατηγικό λάθος, αλλά μια οικονομικά αυτοκαταστροφική απόφαση που θυσιάζει τη μακροπρόθεσμη ευημερία για βραχυπρόθεσμα οφέλη. Πολλά έθνη αναγνωρίζουν πλέον τη σημασία μιας υγιούς κοινωνίας ως κλειδί για μια οικονομία υψηλών επιδόσεων. Η Ευρώπη θα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα» επισημαίνει η κα Moll.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.

Κατασκευή ιστοσελίδων Πύργος