Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2026
ENQUIRE / NEWSROOM
Η ουσία της ημέρας.Χωρίς τον θόρυβο.
ΤώραΒόμβες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στον βυθό του 6ου προβλήτα
Κόσμος

+5,5 δισ. ευρώ σε δύο χρόνια – Ακρίβεια, «κρυφή» φορολόγηση και τεκμήρια γεμίζουν τα κρατικά ταμεία

Κόσμος07.10.20261 λεπτό
+5,5 δισ. ευρώ σε δύο χρόνια – Ακρίβεια, «κρυφή» φορολόγηση και τεκμήρια γεμίζουν τα κρατικά ταμεία



Μεγάλη αύξηση των φορολογικών εσόδων τόσο το 2026 όσο και το 2027 αποτυπώνει το προσχέδιο του νέου κρατικού προϋπολογισμού, παρά τις φορολογικές ελαφρύνσεις που έχουν ανακοινωθεί στις δύο τελευταίες Διεθνείς Εκθέσεις Θεσσαλονίκης.

Οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί. Τα συνολικά φορολογικά έσοδα, σε δημοσιονομική βάση ESA, από 72,369 δισ. ευρώ το 2025 εκτιμάται ότι θα φθάσουν τα 75,729 δισ. ευρώ το 2026 και τα 77,878 δισ. ευρώ το 2027. Πρόκειται για αύξηση κατά 3,36 δισ. ευρώ μέσα στο 2026 και για επιπλέον 2,149 δισ. ευρώ το 2027. Στην πλήρη διετία 2025-2027, επομένως, το Δημόσιο προβλέπεται να εισπράξει σε ετήσια βάση 5,509 δισ. ευρώ περισσότερους φόρους, αύξηση περίπου 7,6%.

Το ίδιο το προσχέδιο αποδίδει την αύξηση του 2027 κυρίως στην προβλεπόμενη μεγέθυνση της οικονομίας.   Ωστόσο, η ανάλυση των επιμέρους φόρων αναδεικνύει και τρεις μηχανισμούς που επιβαρύνουν τους φορολογουμένους: την ακρίβεια που διογκώνει τη βάση πάνω στην οποία υπολογίζεται ο ΦΠΑ, τη μη αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των φορολογικών παραμέτρων και τη διατήρηση του τεκμαρτού τρόπου προσδιορισμού του εισοδήματος για τους αυτοαπασχολουμένους.

Η ακρίβεια τροφοδοτεί τις εισπράξεις από ΦΠΑ

Η πιο εντυπωσιακή μεταβολή εμφανίζεται το 2026 στον ΦΠΑ. Τα σχετικά έσοδα από 28,601 δισ. ευρώ το 2025 εκτινάσσονται στα 30,777 δισ. ευρώ το 2026, δηλαδή αυξάνονται κατά 2,176 δισ. ευρώ ή περίπου 7,6% μέσα σε έναν χρόνο.

Η σύνδεση με την ακρίβεια είναι άμεση ως οικονομικός μηχανισμός: ο ΦΠΑ είναι κατ’ αξίαν φόρος. Όταν η τιμή ενός προϊόντος αυξάνεται, αυξάνεται και το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττεται, ακόμη και εάν ο φορολογικός συντελεστής παραμένει αμετάβλητος. Έτσι, μέρος της ονομαστικής αύξησης της κατανάλωσης που προκαλείται από υψηλότερες τιμές μετατρέπεται σε πρόσθετο φορολογικό έσοδο.

Η εκτέλεση του προϋπολογισμού ενισχύει αυτή την εικόνα της ιδιαίτερα υψηλής απόδοσης του ΦΠΑ: στο οκτάμηνο Ιανουαρίου-Αυγούστου 2026, ακόμη και μετά την αφαίρεση της ειδικής επίδρασης από τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού, τα έσοδα ΦΠΑ ήταν 905 εκατ. ευρώ πάνω από τον στόχο.

Χρειάζεται, πάντως, μία σημαντική διευκρίνιση: το προσχέδιο δεν προβλέπει νέα αύξηση των εσόδων ΦΠΑ το 2027. Αντιθέτως, προβλέπει μικρή υποχώρηση από 30,777 δισ. σε 30,581 δισ. ευρώ. Επομένως, η «υπεραύξηση» του ΦΠΑ εντοπίζεται κυρίως στο 2026, με το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο εισπράξεων να διατηρείται ουσιαστικά και το 2027.

Περισσότερα 891 εκατ. ευρώ από τα φυσικά πρόσωπα

Ανοδική είναι και η πορεία του φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων. Από 16,104 δισ. ευρώ το 2025, οι εισπράξεις προβλέπεται να ανέλθουν στα 16,375 δισ. ευρώ το 2026 και στα 16,995 δισ. ευρώ το 2027.

Η αύξηση είναι 271 εκατ. ευρώ το 2026 και άλλα 620 εκατ. ευρώ το 2027. Σε δύο χρόνια, επομένως, οι φορολογούμενοι φυσικά πρόσωπα θα αποδίδουν στο κράτος 891 εκατ. ευρώ περισσότερα ετησίως σε σχέση με το 2025.

Το προσχέδιο αποδίδει ρητά την αύξηση του 2027 κυρίως στις υψηλότερες αμοιβές εξαρτημένης εργασίας, στις συντάξεις, στη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού και στην περαιτέρω μείωση της ανεργίας.   Εδώ, όμως, υπεισέρχεται και ο μηχανισμός της λεγόμενης φορολογικής διάβρωσης ή fiscal drag.

Η μη τιμαριθμοποίηση και η «κρυφή» αύξηση του φόρου

Η φορολογική κλίμακα δεν αναπροσαρμόζεται αυτομάτως κάθε χρόνο ανάλογα με τον πληθωρισμό. Αυτό σημαίνει ότι όταν ένας εργαζόμενος ή συνταξιούχος παίρνει ονομαστική αύξηση για να αντισταθμίσει την άνοδο των τιμών, μπορεί να πληρώσει περισσότερο φόρο, παρότι η πραγματική αγοραστική του δύναμη δεν έχει αυξηθεί αντίστοιχα.

Δεν πρόκειται απλώς για θεωρητικό επιχείρημα. Η ίδια η Τράπεζα της Ελλάδος περιγράφει τη φορολογική διάβρωση ως την αύξηση των φορολογικών εσόδων που προκύπτει όταν αυξάνονται τα ονομαστικά εισοδήματα χωρίς αντίστοιχη προσαρμογή των παραμέτρων του φόρου εισοδήματος και επισημαίνει ότι η Ελλάδα δεν εφαρμόζει τυπική τιμαριθμική αναπροσαρμογή των φορολογικών παραμέτρων.

Άρα, μέρος της αύξησης των εσόδων μπορεί να προκύπτει επειδή οι ονομαστικές αυξήσεις μισθών και συντάξεων μετακινούν εισόδημα σε υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση, χωρίς να έχει προηγηθεί ισόποση πραγματική αύξηση της ευημερίας.

Και τα τεκμήρια παραμένουν για τους αυτοαπασχολουμένους

Ο δεύτερος μηχανισμός αφορά τους αυτοαπασχολουμένους. Παρά τις επιμέρους ελαφρύνσεις του 2027, το σύστημα τεκμαρτού προσδιορισμού του ελάχιστου εισοδήματος δεν καταργείται.

Το υπουργείο Οικονομικών επιβεβαιώνει ότι η ελληνική φορολογία εξακολουθεί να προβλέπει εναλλακτική ελάχιστη φορολογία όταν το τεκμαρτό εισόδημα είναι υψηλότερο από το πραγματικό δηλωθέν εισόδημα.

Το προσχέδιο προβλέπει μεν απαλλαγή των συνεπών ελεύθερων επαγγελματιών από συγκεκριμένες προσαυξήσεις του ελάχιστου καθαρού εισοδήματος και μείωση της προκαταβολής φόρου από 55% σε 50% από το φορολογικό έτος 2027, δεν προβλέπει όμως κατάργηση του βασικού μηχανισμού της τεκμαρτής ελάχιστης φορολόγησης.

Οι ελαφρύνσεις της 89ης και 90ής ΔΕΘ απέναντι στους τρεις «αυτόματους» μηχανισμούς

Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη αντίφαση που αναδεικνύουν τα δημοσιονομικά μεγέθη. Από τη μία πλευρά, εφαρμόζονται οι φοροελαφρύνσεις που ανακοινώθηκαν στην 89η και την 90ή ΔΕΘ: αλλαγές στην κλίμακα φορολογίας εισοδήματος, ειδικές ελαφρύνσεις για οικογένειες, νέους, τρίτεκνους και αγρότες, μειώσεις ασφαλιστικών εισφορών και παρεμβάσεις για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Η νέα κλίμακα από το 2026 πράγματι περιλαμβάνει χαμηλότερους συντελεστές για σειρά εισοδηματικών και οικογενειακών κατηγοριών.

Από την άλλη, τα συνολικά φορολογικά έσοδα εξακολουθούν να αυξάνονται έντονα.

Το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από τον συνδυασμό των στοιχείων —και όχι ένας ισχυρισμός που διατυπώνει αυτούσιος το προσχέδιο— είναι ότι η ακρίβεια, η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας και η συνέχιση της τεκμαρτής φορολόγησης λειτουργούν ως αντίρροπες δυνάμεις απέναντι στις φοροελαφρύνσεις.

Για ένα μέρος των νοικοκυριών και των επαγγελματιών, τα οφέλη από τους χαμηλότερους συντελεστές μπορούν έτσι να περιοριστούν, να αντισταθμιστούν ή ακόμη και να απορροφηθούν από τον υψηλότερο ΦΠΑ που ενσωματώνεται στις ακριβότερες αγορές, από τον πρόσθετο φόρο που προκαλούν οι ονομαστικές αυξήσεις εισοδήματος σε μια μη τιμαριθμοποιημένη κλίμακα και από την ελάχιστη τεκμαρτή φορολόγηση των αυτοαπασχολουμένων.

Και ο τελικός λογαριασμός του προϋπολογισμού είναι χαρακτηριστικός: παρά τις φοροελαφρύνσεις, 75,729 δισ. ευρώ φόροι το 2026 και 77,878 δισ. το 2027, έναντι 72,369 δισ. το 2025. Δηλαδή, σε μόλις δύο χρόνια, το κράτος προσδοκά να αντλεί από τη φορολογία πάνω από 5,5 δισ. ευρώ περισσότερα τον χρόνο.

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.