Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2026
ENQUIRE / NEWSROOM
Η ουσία της ημέρας.Χωρίς τον θόρυβο.
ΤώραΠυρκαγιά στο Σουφλί: Ενίσχυση δυνάμεων
Κόσμος

Τεχνητή Νοημοσύνη, κατάρτιση και αγορά εργασίας: Η ώρα της Ελλάδας

Κόσμος05.10.20261 λεπτό
Τεχνητή Νοημοσύνη, κατάρτιση και αγορά εργασίας: Η ώρα της Ελλάδας


Τoυ Θάνου Παναγόπουλου, PhD – Στελέχους Διεύθυνσης Διεθνών Διαγωνισμών & Δημοσίων Συμβάσεων, ΔΥΠΑ

ΣΕ ΜΙΑ ΑΓΟΡΑ εργασίας που αναδιαμορφώνεται ραγδαία από την τεχνητή νοημοσύνη, η σύνδεση κατάρτισης, επιχειρηματικού κόσμου και νέων ανθρώπων αναδεικνύεται σε εθνικό στοίχημα.

Πώς η Ελλάδα μπορεί να χτίσει ένα μοντέλο ανάπτυξης δεξιοτήτων εμπνευσμένο από τις καλύτερες ευρωπαϊκές πρακτικές.

Η ΤΕΧΝΗΤΗ νοημοσύνη δεν αποτελεί πλέον μελλοντικό σενάριο για την αγορά εργασίας, είναι ήδη παρούσα.

Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Cedefop, πάνω από το ένα τέταρτο του ενήλικου εργατικού δυναμικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης χρησιμοποιεί ήδη εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στην καθημερινή του εργασία, ενώ περίπου έξι στους δέκα εργαζόμενους αναμένεται να δουν τα καθήκοντά τους να μεταβάλλονται ουσιωδώς τα επόμενα χρόνια.

Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη θα αναδιαμορφώσει την απασχόληση, αλλά πόσο γρήγορα και με ποιον τρόπο θα προσαρμοστεί σε αυτήν η χώρα μας.

ΩΣ ΣΤΕΛΕΧΟΣ της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης, παρακολουθώ καθημερινά πόσο κρίσιμη είναι η σύνδεση ανάμεσα σε κατάρτιση, δεξιότητες και πραγματικές ανάγκες της αγοράς.

Η Ελλάδα έχει σημειώσει αξιόλογη πρόοδο τα τελευταία δέκα χρόνια: Το ποσοστό των νέων 15-29 ετών που βρίσκονται εκτός απασχόλησης, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (NEET) μειώθηκε από 24,1% το 2015 σε 13,6% το 2025, σύμφωνα με τη Eurostat.

Παραμένει, ωστόσο, υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 11%, γεγονός που δείχνει ότι υπάρχει ακόμη δρόμος να διανυθεί, ιδίως σε μια περίοδο όπου η τεχνολογική αλλαγή επιταχύνεται.

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ που πρέπει να μας απασχολήσει δεν είναι μόνο πόσες θέσεις εργασίας θα «χαθούν» ή θα «δημιουργηθούν» λόγω της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά ποιος θα έχει τις δεξιότητες να καταλάβει τις νέες θέσεις που προκύπτουν.

Η πρόσφατη μελέτη της PwC (Global AI Jobs Barometer 2025) δίνει μια ενδιαφέρουσα ένδειξη: Οι εργαζόμενοι με αποδεδειγμένες δεξιότητες τεχνητής νοημοσύνης απολαμβάνουν μισθολογικό πριμ έως 56% σε σχέση με συναδέλφους τους σε αντίστοιχες θέσεις χωρίς αυτές τις δεξιότητες, ενώ οι κλάδοι που εκτίθενται περισσότερο στην τεχνητή νοημοσύνη καταγράφουν τετραπλάσιο ρυθμό αύξησης της παραγωγικότητας.

Ακόμη πιο σημαντικό: Ακόμη και σε επαγγέλματα που θεωρούνται ευάλωτα στην αυτοματοποίηση, οι θέσεις εργασίας συνεχίζουν να αυξάνονται – αρκεί οι εργαζόμενοι να αποκτήσουν τη γνώση να συνεργάζονται με τα νέα εργαλεία αντί να ανταγωνίζονται μαζί τους.

Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, με  σχετικά περιορισμένη διείσδυσηπροηγμένων ψηφιακών δεξιοτήτων στο εργατικό δυναμικό, το μήνυμα είναι σαφές: η επένδυση σε κατάρτιση τεχνητής νοημοσύνης δεν αποτελεί πολυτέλεια αλλά προϋπόθεση ανταγωνιστικότητας.

ΕΔΩ ΑΚΡΙΒΩΣ εντοπίζεται ο ρόλος που μπορεί να παίξει μια σύγχρονη δημόσια υπηρεσία απασχόλησης: όχι απλώς ως διαχειριστής επιδομάτων ανεργίας, αλλά ως γέφυρα ανάμεσα στην κατάρτιση και την πραγματική ζήτηση της αγοράς.

Τα προγράμματα voucher κατάρτισης που υλοποιεί η ΔΥΠΑ, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν ψηφιακές και «πράσινες» δεξιότητες, αποτελούν ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

Το ζητούμενο, όμως, είναι να μην παραμείνουν στατικά: να επικαιροποιούνται συνεχώς με βάση τις πραγματικές ανάγκες των επιχειρήσεων, και να συνδέονται στενότερα με πιστοποιήσεις που αναγνωρίζει η αγορά.

Η ΣΥΓΚΡΙΣΗ με άλλα ευρωπαϊκά μοντέλα είναι διαφωτιστική. Το γερμανικό «δυικό σύστημα» επαγγελματικής εκπαίδευσης, όπου ο μαθητευόμενος περνά παράλληλα από τη σχολική αίθουσα στον χώρο εργασίας μέσα στην ίδια την επιχείρηση, έχει αποδείξει διαχρονικά την αποτελεσματικότητά του στη μείωση της ανεργίας των νέων και στην ομαλή μετάβαση στην αγορά εργασίας.

Οι σκανδιναβικές χώρες, από την άλλη, έχουν επενδύσει συστηματικά σε πολιτικές διά βίου μάθησης και «ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης» που συνδυάζουν κατάρτιση, επιδοματική στήριξη και ενεργό αναζήτηση εργασίας υπό την καθοδήγηση δημόσιων φορέων.

Και στις δύο περιπτώσεις, κοινός παρονομαστής είναι η στενή, θεσμοθετημένη συνεργασία κράτους και επιχειρηματικού κόσμου – όχι ευκαιριακή, αλλά διαρθρωτική.

Παρόμοια, χώρες όπως η Ιρλανδία και η Ολλανδία έχουν αναπτύξει συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα μαθητείας με τη συμμετοχή επιχειρήσεων, κρατικών φορέων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, αποδεικνύοντας ότι η συνεργασία τριών πυλώνων αποδίδει βιώσιμα και μετρήσιμα αποτελέσματα.

ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ το κρίσιμο στοίχημα για την Ελλάδα: να μεταβούμε από μεμονωμένα προγράμματα κατάρτισης σε ένα θεσμοθετημένο μοντέλο συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, ειδικά προσανατολισμένο στους νέους.

Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να περιλαμβάνει: πρώτον, προγράμματα μαθητείας σε επιχειρήσεις που ενσωματώνουν εξαρχής εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης στην καθημερινή εργασιακή πρακτική, ώστε οι νέοι να μη μαθαίνουν «περί» τεχνητής νοημοσύνης αλλά να εργάζονται «με» αυτήν.

Δεύτερον, συνεργασίες κλαδικών φορέων (ΣΕΒ, εμπορικά και βιομηχανικά επιμελητήρια, κλαδικές ενώσεις) με τη ΔΥΠΑ για τον συνεχή επανασχεδιασμό των προγραμμάτων κατάρτισης βάσει πραγματικών κενών δεξιοτήτων, όχι γενικόλογων προδιαγραφών.

Τρίτον, κίνητρα -φορολογικά ή επιδοτούμενα- προς επιχειρήσεις που επενδύουν σε εσωτερική αναβάθμιση δεξιοτήτων (reskilling/upskilling) του υπάρχοντος προσωπικού τους, ιδίως σε ηλικιακές ομάδες που κινδυνεύουν να μείνουν εκτός της νέας πραγματικότητας.

Τέταρτον, θεσμοθέτηση προγραμμάτων καθοδήγησης (mentoring) νέων εργαζομένων από έμπειρα στελέχη επιχειρήσεων, με στόχο τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την ενίσχυση της αυτοπεποίθησής τους απέναντι στις νέες τεχνολογίες.

ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ δεν είναι φιλανθρωπικό αλλά καθαρά οικονομικό: μια χώρα με γηράσκοντα πληθυσμό και μεγάλο ποσοστό μικρομεσαίων επιχειρήσεων δεν μπορεί να αντέξει την πολυτέλεια να αφήσει τους νέους της εκτός του νέου παραγωγικού μοντέλου.

Αντίθετα, η έγκαιρη και στοχευμένη εξοικείωση με την τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μετατραπεί σε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα – τόσο για το άτομο, μέσω καλύτερης και ταχύτερης σύζευξης με τη ζήτηση και υψηλότερων αποδοχών, όσο και για τη χώρα συνολικά, μέσω αύξησης της παραγωγικότητας.

Η ΤΕΧΝΗΤΗ νοημοσύνη δεν θα περιμένει να προσαρμοστούμε. Η ερώτηση που πρέπει να θέσουμε σήμερα, ως πολιτεία, ως επιχειρηματικός κόσμος και ως εκπαιδευτικό σύστημα, δεν είναι αν θα αλλάξει η αγορά εργασίας, αλλά αν θα είμαστε έτοιμοι -ιδίως οι νέοι μαςόταν αυτή η αλλαγή ολοκληρωθεί.

Πηγές: Cedefop – AI skills survey (2024-2025)

Eurostat – NEET rate statistics (2025)

PwC – Global AI Jobs Barometer (2025).

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.