Πίσω από τη ρητορική της «δημοσιονομικής σύνεσης», σημειώνει η ΕΛΑΣ, τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν μια διαφορετική πραγματικότητα. Το 2024 και το 2025, οι καθαρές πρωτογενείς δαπάνες έμειναν αισθητά χαμηλότερα από τις ίδιες τις κυβερνητικές προβλέψεις.
«Ο απρόβλεπτος χώρος που δημιουργήθηκε, όμως, δεν φυλάχθηκε ως ασφάλεια απέναντι σε μια νέα κρίση», τονίζει ο τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛΑΣ, Φραγκίσκος Κουτεντάκης, αλλά «μεταφέρθηκε και δεσμεύτηκε αμέσως στους προϋπολογισμούς των επόμενων ετών».
Έτος/Όριο μεταβολής καθαρών πρωτογενών δαπανών/Κυβερνητική πρόβλεψη/Πραγματική μεταβολή 2024/ 2,6% / 2,6% /0,1%
2025/ 3,7% / 4,4% / 2,8%
2026 / 3,6% / 8,0%
2027 / 3,1% / 3,6%
(σ.σ. Για το 2026 και το 2027 δεν υπάρχουν ακόμη οριστικά στοιχεία.)
Οι αποκλίσεις του 2024 και του 2025, επισημαίνει ο κ. Κουτεντάκης, «δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιου διορατικού σχεδιασμού. Προέκυψαν επειδή οι κυβερνητικές προβλέψεις έπεσαν έξω, αφήνοντας κάθε φορά μεγαλύτερο περιθώριο από το αναμενόμενο. Και κάθε φορά η κυβέρνηση αντιμετώπισε αυτή τη θετική έκπληξη όχι ως εφεδρεία, αλλά ως χώρο διαθέσιμο για επιλεκτικές παροχές».
Το αποτέλεσμα φαίνεται σήμερα, εξηγεί, καθώς «μετά τις νέες δεσμεύσεις και τη χρήση των ειδικών εξαιρέσεων για την άμυνα και την ενέργεια, το διαθέσιμο υπόλοιπο έχει σχεδόν μηδενιστεί», για να προσθέσει χαρακτηριστικά πως «η πολυδιαφημισμένη σύνεση δεν άφησε δίχτυ ασφαλείας και εξάντλησε κάθε περιθώριο πριν αυτό χρειαστεί πραγματικά».
«Υπάρχει, βέβαια, και ένα ακόμη ενδεχόμενο. Αν κρίνουμε από το παρελθόν, είναι πιθανό και η φετινή πρόβλεψη να πέσει ξανά έξω, να εμφανιστεί τον Απρίλιο νέος δημοσιονομικός χώρος και η κυβέρνηση να τον παρουσιάσει ως νέο πακέτο ‘παροχών’ λίγο πριν από τις εκλογές», τονίζει δηκτικά ο αρμόδιος τομεάρχης της ΕΛΑΣ, για να καταλήξει πως «δεν πρόκειται για εφεδρεία απέναντι στις ανάγκες της κοινωνίας. Πρόκειται για διαρκή υποεκτίμηση του διαθέσιμου χώρου, ώστε κάθε νέα απόκλιση να μπορεί να επιστρέφει επιλεκτικά και στον κατάλληλο πολιτικό χρόνο ως προεκλογικό δώρο».





