Αύξηση 57% στο κόστος παραγωγής μέσα σε έξι χρόνια: Το ελαιόλαδο σε κρίσιμο σταυροδρόμι
Follow us on Social Media
της Αννίτας Ζάχου*
Μια πρόσφατη μελέτη της AEMO (Asociación Española de Municipios del Olivo – Ισπανική Ένωση Δήμων της Ελιάς) έρχεται να δώσει μια τεκμηριωμένη απάντηση. Η συγκεκριμένη μελέτη δεν αποτελεί μια πρόχειρη εκτίμηση ούτε μια συγκυριακή ανάλυση της αγοράς. Διεξάγεται από το 2010 και επικαιροποιείται τακτικά, αποτελώντας ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία καταγραφής του πραγματικού κόστους παραγωγής της ελιάς στην Ισπανία. Η έκδοση του 2026 περιλαμβάνει για πρώτη φορά και τον ξηρικό υπερεντατικό ελαιώνα, αποτυπώνοντας τις αλλαγές που συντελούνται τα τελευταία χρόνια στην ισπανική ελαιοκομία.
Το σημαντικότερο συμπέρασμα της νέας μελέτης είναι εντυπωσιακό αλλά και ανησυχητικό. Μέσα σε μόλις έξι χρόνια, από το 2020 έως το 2026, το μέσο κόστος παραγωγής αυξήθηκε κατά περίπου 57%. Πρόκειται για μια μεταβολή χωρίς προηγούμενο, η οποία δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα αλλά στη συνδυασμένη αύξηση σχεδόν όλων των βασικών συντελεστών παραγωγής. Τα εργατικά, τα γεωργικά μηχανήματα, η ενέργεια, τα καύσιμα και τα λιπάσματα έχουν γίνει σημαντικά ακριβότερα, ενώ οι γεωπολιτικές εξελίξεις των τελευταίων ετών επιβάρυναν ακόμη περισσότερο το κόστος των εισροών.

Η αύξηση αυτή δεν αφορά μόνο την Ισπανία. Οι ίδιες πιέσεις γίνονται αισθητές σε όλες σχεδόν τις ελαιοπαραγωγικές χώρες της Μεσογείου, ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Γι’ αυτό η συγκεκριμένη μελέτη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τον ελληνικό κλάδο. Δεν παρουσιάζει απλώς ισπανικά στοιχεία· περιγράφει μια πραγματικότητα που λίγο πολύ βιώνουν σήμερα όλοι οι ελαιοπαραγωγοί.
Ένα ακόμη πολύ σημαντικό στοιχείο της μελέτης είναι ότι καταρρίπτει μια συνηθισμένη παρανόηση: δεν υπάρχει ένα ενιαίο κόστος παραγωγής για όλους τους ελαιώνες. Συχνά μιλάμε για το ελαιόλαδο σαν να προέρχεται παντού από τις ίδιες συνθήκες καλλιέργειας. Στην πραγματικότητα, όμως, κάθε σύστημα παραγωγής έχει εντελώς διαφορετικές απαιτήσεις σε εργασία, μηχανικό εξοπλισμό, άρδευση και συγκομιδή.
Η AEMO διακρίνει τέσσερις βασικούς τύπους ελαιώνα. Ο παραδοσιακός ελαιώνας, που μπορεί να είναι μηχανοποιήσιμος ή μη ανάλογα με την κλίση του εδάφους, έχει συνήθως μόλις 8 έως 12 δέντρα ανά στρέμμα. Ο εντατικός ελαιώνας διαθέτει περίπου 20 έως 60 δέντρα ανά στρέμμα, ενώ ο υπερεντατικός ή γραμμικός ελαιώνας φτάνει ακόμη και τα 60 έως 200 δέντρα ανά στρέμμα. Η διαφορά αυτή στην πυκνότητα φύτευσης επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο καλλιέργειας αλλά και το τελικό κόστος παραγωγής.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο διαχωρισμός μεταξύ παραδοσιακού μηχανοποιήσιμου και μη μηχανοποιήσιμου ελαιώνα δεν σχετίζεται με τον αριθμό των δέντρων. Και οι δύο έχουν παρόμοια πυκνότητα φύτευσης. Η διαφορά βρίσκεται στην κλίση του εδάφους. Σε πλαγιές με μεγάλη κλίση η χρήση μηχανημάτων είναι περιορισμένη ή αδύνατη, γεγονός που αυξάνει δραματικά τις ανάγκες σε χειρωνακτική εργασία, ιδιαίτερα κατά τη συγκομιδή.
Αυτό εξηγεί γιατί η συγκομιδή εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη δαπάνη στους παραδοσιακούς ελαιώνες. Αντίθετα, στους υπερεντατικούς ελαιώνες η συγκομιδή πραγματοποιείται με ειδικές θεριζοαλωνιστικές μηχανές που κινούνται πάνω από τις γραμμές των δέντρων, μειώνοντας σημαντικά το κόστος ανά κιλό παραγόμενου ελαιολάδου. Δεν πρόκειται για καλύτερο ή χειρότερο σύστημα καλλιέργειας. Πρόκειται για διαφορετικά μοντέλα παραγωγής με διαφορετικές οικονομικές απαιτήσεις.
Οι διαφορές αυτές αποτυπώνονται ξεκάθαρα και στους τελικούς υπολογισμούς της μελέτης. Για τον παραδοσιακό μη μηχανοποιήσιμο ξηρικό ελαιώνα, το συνολικό κόστος παραγωγής φτάνει τα 5,31 ευρώ ανά κιλό ελαιολάδου. Στον παραδοσιακό μηχανοποιήσιμο ξηρικό ελαιώνα το κόστος διαμορφώνεται στα 4,67 ευρώ, ενώ στον αρδευόμενο παραδοσιακό μηχανοποιήσιμο στα 4,18 ευρώ ανά κιλό. Στους εντατικούς ελαιώνες το κόστος μειώνεται στα 3,52 ευρώ ανά κιλό για τον ξηρικό και στα 3,20 ευρώ για τον αρδευόμενο. Τα χαμηλότερα κόστη εμφανίζονται στους υπερεντατικούς ελαιώνες, όπου η παραγωγή υπολογίζεται στα 3,17 ευρώ ανά κιλό για τον ξηρικό και στα 3,08 ευρώ για τον αρδευόμενο.


Οι τιμές αυτές δεν περιλαμβάνουν μόνο τα ετήσια έξοδα καλλιέργειας. Συνυπολογίζουν επίσης την απόσβεση της εγκατάστασης των σύγχρονων ελαιώνων καθώς και το κόστος χρήσης της γης, αποτυπώνοντας έτσι το πραγματικό οικονομικό κόστος παραγωγής.
Τα στοιχεία της μελέτης αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συγκριθούν με την πραγματική τιμή που λαμβάνει σήμερα ο παραγωγός. Σύμφωνα με την AEMO, η μέση σταθμισμένη τιμή παραγωγού στην Ισπανία, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις κατηγορίες ελαιολάδου – εξαιρετικό παρθένο, παρθένο και λαμπάντε – διαμορφωνόταν τον Ιούλιο του 2026 περίπου στα 3,26 ευρώ ανά κιλό. Αυτό σημαίνει ότι ένα πολύ μεγάλο μέρος της ισπανικής ελαιοκαλλιέργειας παράγει σήμερα κάτω από το πραγματικό κόστος του. Οι παραδοσιακοί ελαιώνες, ιδιαίτερα εκείνοι που βρίσκονται σε ορεινές περιοχές όπου η μηχανοποίηση της συγκομιδής είναι δύσκολη ή αδύνατη, λειτουργούν με ζημία, ενώ ακόμη και σημαντικό ποσοστό των εντατικών ελαιώνων βρίσκεται οριακά ή κάτω από το σημείο βιωσιμότητας.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική αν αναλογιστούμε ότι, σύμφωνα με την AEMO, με τα σημερινά δεδομένα κόστους περισσότερο από το 75% της ισπανικής ελαιοκαλλιέργειας λειτουργεί με ζημία ή βρίσκεται στα όρια της οικονομικής βιωσιμότητας. Δεν πρόκειται πλέον μόνο για τους παραδοσιακούς ορεινούς ελαιώνες. Ακόμη και καλλιεργητικά συστήματα που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν οικονομικά ασφαλή βλέπουν σήμερα τα περιθώρια κέρδους τους να συρρικνώνονται δραματικά.
Πρόκειται για ένα εύρημα που δεν αφορά μόνο την οικονομική κατάσταση των παραγωγών. Όταν μια καλλιέργεια παύει να είναι βιώσιμη, αργά ή γρήγορα εγκαταλείπεται. Και όταν εγκαταλείπεται ένας παραδοσιακός ελαιώνας, δεν χάνεται μόνο μια παραγωγική μονάδα. Χάνεται ένα κομμάτι της ιστορίας της Μεσογείου.
Οι παραδοσιακοί ελαιώνες είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι με το τοπίο, τη βιοποικιλότητα και την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου. Σε πολλές ορεινές περιοχές συγκρατούν το έδαφος από τη διάβρωση, συμβάλλουν στην πρόληψη των πυρκαγιών μέσω της καλλιέργειας και διατηρούν ζωντανές κοινότητες που διαφορετικά θα είχαν ερημώσει.
Δεν είναι τυχαίο ότι η ίδια η AEMO επισημαίνει πως η συνέχιση της οικονομικής πίεσης θέτει σε κίνδυνο ένα παραγωγικό μοντέλο με τεράστια περιβαλλοντική, κοινωνική και εδαφική αξία.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ο υπερεντατικός ελαιώνας είναι «καλός» και ο παραδοσιακός «κακός» ή το αντίστροφο. Κάθε σύστημα καλλιέργειας έχει τη δική του θέση, τις δικές του δυνατότητες και τις δικές του προκλήσεις. Εκείνο που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι να συγκρίνουμε όλα τα ελαιόλαδα σαν να παράγονται με τον ίδιο τρόπο.
Ένα εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο που προέρχεται από έναν υπερεντατικό, πλήρως μηχανοποιημένο ελαιώνα δεν έχει το ίδιο κόστος παραγωγής με ένα ελαιόλαδο που παράγεται σε έναν αιωνόβιο ορεινό ελαιώνα, όπου η συγκομιδή γίνεται σχεδόν αποκλειστικά με τα χέρια. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ένα είναι ποιοτικότερο από το άλλο. Σημαίνει, όμως, ότι πίσω από κάθε φιάλη υπάρχει μια διαφορετική οικονομική πραγματικότητα και αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αγνοείται ούτε από την αγορά ούτε από τον καταναλωτή.
Η συγκεκριμένη μελέτη αφορά την Ισπανία, όμως τα συμπεράσματά της αγγίζουν άμεσα και την Ελλάδα. Και στη χώρα μας κυριαρχούν οι μικρές οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, υπάρχουν χιλιάδες στρέμματα παραδοσιακών ελαιώνων σε επικλινείς περιοχές και οι παραγωγοί αντιμετωπίζουν τις ίδιες αυξήσεις στο κόστος της εργασίας, της ενέργειας, των λιπασμάτων και των γεωργικών εφοδίων. Η οικονομική πίεση δεν γνωρίζει σύνορα. Είναι μια πραγματικότητα που βιώνει ολόκληρη η Μεσόγειος.
Ίσως αξίζει να θυμηθούμε και κάτι ακόμη. Πριν από δέκα χρόνια, μια τιμή παραγωγού της τάξης των 3 ευρώ ανά κιλό θεωρούνταν για πολλούς ικανοποιητική. Σήμερα, όμως, με το κόστος της εργασίας, της ενέργειας, των καυσίμων, των λιπασμάτων και του εξοπλισμού να έχει αυξηθεί τόσο έντονα, η
ίδια αυτή τιμή δεν αρκεί πλέον για να καλύψει το πραγματικό κόστος παραγωγής. Όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά η AEMO, τα 3 ευρώ του τότε αντιστοιχούν περίπου σε 5 ευρώ με τα σημερινά δεδομένα.
Πιστεύω ότι η μελέτη της AEMO μάς δίνει μια πολύτιμη αφορμή να ανοίξουμε μια συζήτηση που μέχρι σήμερα αποφεύγαμε. Για δεκαετίες αντιμετωπίζαμε το ελαιόλαδο σαν ένα αυτονόητο προϊόν, σχεδόν σαν να ήταν ανεξάντλητο και υποχρεωμένο να παραμένει φθηνό. Αναζητούσαμε συνεχώς την καλύτερη προσφορά, συγκρίναμε μόνο την τιμή στο ράφι και συχνά ξεχνούσαμε να αναρωτηθούμε τι πραγματικά κρύβεται πίσω από αυτήν.
Παράδοξα, δεν κάνουμε το ίδιο με το κρασί. Ένας καταναλωτής δύσκολα θα αμφισβητήσει την αξία μιας καλής φιάλης κρασιού ή το γεγονός ότι ένα ποιοτικό κρασί μπορεί να κοστίζει αρκετές δεκάδες ευρώ. Αντίθετα, όταν πρόκειται για το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, πολλοί εξακολουθούν να θεωρούν ότι η χαμηλή τιμή είναι σχεδόν αυτονόητη. Κι όμως, μιλάμε για ένα προϊόν που καταναλώνεται καθημερινά, αποτελεί βασικό πυλώνα της Μεσογειακής Διατροφής και για να παραχθεί απαιτεί γνώση, εμπειρία, επενδύσεις και αδιάκοπη φροντίδα του ελαιώνα όλον τον χρόνο.
Ως άνθρωπος που ασχολείται επαγγελματικά με το ελαιόλαδο, πιστεύω ότι η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι απλώς να διαμορφωθούν καλύτερες τιμές για τον παραγωγό. Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να αλλάξει η αντίληψή μας για την πραγματική αξία αυτού του προϊόντος. Να κατανοήσουμε ότι πίσω από κάθε λίτρο εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου υπάρχουν άνθρωποι, επιστημονική γνώση, φυσικοί πόροι, επενδύσεις και ένα ολοένα αυξανόμενο κόστος παραγωγής.
Αν συνεχίσουμε να αξιολογούμε το ελαιόλαδο αποκλειστικά με βάση τη χαμηλότερη τιμή, κινδυνεύουμε να χάσουμε πολύ περισσότερα από ένα αγροτικό εισόδημα. Κινδυνεύουμε να χάσουμε αιωνόβιους ελαιώνες, παραδοσιακά τοπία, πολύτιμη τεχνογνωσία και ένα σημαντικό κομμάτι της πολιτιστικής μας ταυτότητας.
Ίσως, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να πάψουμε να αναρωτιόμαστε γιατί ένα καλό εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο κοστίζει όσο κοστίζει. Η πιο ουσιαστική ερώτηση είναι μια άλλη: πώς συνηθίσαμε να πιστεύουμε ότι ένα τόσο πολύτιμο προϊόν θα μπορούσε να κοστίζει τόσο λίγο;


*Γεωπόνος, Εμπειρογνώμων Δοκιμάστρια Παρθένων Ελαιολάδων – Πανεπιστήμιο Χαέν, Σύμβουλος Παραγωγής & Διασφάλισης Ποιότητας Ελαιολάδου, Brand Architect, Ιδρύτρια της Mykonos Olive Oil Tasting
Πηγή: ΑΕΜΟ
Follow us on Social Media


