Απειλεί με «Οικονομική D-Day» το Ιράν – Στέλνει αυστηρό μήνυμα στην Κίνα
Ο Ντόναλντ Τραμπ προαναγγέλλει την «πιο συντριπτική οικονομική επιχείρηση που έχει γίνει ποτέ εναντίον χώρας», επιχειρώντας να πετύχει με οικονομικό στραγγαλισμό εκείνο που σχεδόν έξι μήνες πολέμου στο Ιράν δεν κατάφεραν να επιβάλουν.
Και πίσω από την απειλή προς όσους εξακολουθούν να προσφέρουν «σανίδα σωτηρίας» στην Τεχεράνη βρίσκεται ένας πολύ συγκεκριμένος αποδέκτης: το Πεκίνο.
Σχεδόν έξι μήνες μετά την έναρξη του πολέμου, η Ουάσιγκτον αλλάζει το κέντρο βάρους της πίεσης προς την Τεχεράνη. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις έχουν πλήξει βαριά τις ιρανικές ένοπλες δυνάμεις και έχουν αποδεκατίσει μεγάλο μέρος της ηγεσίας τους, ο αποκλεισμός έχει περιορίσει δραστικά τις εξαγωγές πετρελαίου, αλλά το Ιράν δεν έχει συνθηκολογήσει.
Τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ απειλεί να μεταφέρει τη σύγκρουση βαθύτερα στην παγκόσμια οικονομία.
Σε ανάρτησή του την Τετάρτη, ο Αμερικανός πρόεδρος προανήγγειλε αυτό που αποκάλεσε «ECONOMIC D-DAY», υποσχόμενος την «πιο συντριπτική οικονομική επιχείρηση που έχει γίνει ποτέ εναντίον οποιασδήποτε χώρας».
Δεν αποκάλυψε τις συγκεκριμένες κυρώσεις που σχεδιάζει. Έκανε όμως απολύτως σαφές ότι η επόμενη φάση δεν θα στοχεύει μόνο το Ιράν.
Θα στοχεύει και όσους συνεχίζουν να συναλλάσσονται μαζί του.
«Ξέρετε ποιοι είστε»
Η προειδοποίηση του Τραμπ ήταν ασυνήθιστα ευρεία.
Οποιαδήποτε χώρα επιτρέπει σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, επιχειρήσεις, αεροδρόμια ή κρατικούς φορείς να παρέχουν οποιαδήποτε μορφή οικονομικής «σανίδας σωτηρίας» προς την Τεχεράνη, είπε, θα αντιμετωπίσει η ίδια «τεράστιες οικονομικές συνέπειες».
Και απαρίθμησε τους μηχανισμούς που θέλει να κλείσει: λαθρεμπόριο πετρελαίου, ανταλλαγές νομισμάτων, μεταφορές μετρητών, ανταλλακτήρια, νηολόγια πλοίων και εταιρείες-βιτρίνες.
«Πρέπει να σταματήσουν όλα τώρα», ήταν το μήνυμά του. Η φράση όμως που ακολούθησε –«ξέρετε ποιοι είστε»– έστρεψε αμέσως την προσοχή σε μία χώρα.Την Κίνα.
Ο πραγματικός στόχος είναι το Πεκίνο
Η Κίνα αγοράζει τη συντριπτική πλειονότητα του πετρελαίου που εξακολουθεί να εξάγει το Ιράν και αποτελεί τη σημαντικότερη οικονομική διέξοδο της Τεχεράνης.
Γι’ αυτό και η απειλή δευτερογενών κυρώσεων μετατρέπει μια αμερικανοϊρανική αναμέτρηση σε πολύ πιο επικίνδυνο γεωοικονομικό παιχνίδι.
«Αυτή είναι η μεγάλη κόκκινη γραμμή που χαράζει ο Τραμπ», σχολίασε ο Μπρετ Έρικσον της Obsidian Risk Advisors. «Απευθύνεται σε μία χώρα και μόνο: την Κίνα».
Το δίλημμα που επιχειρεί να δημιουργήσει η Ουάσιγκτον είναι ωμό: όποιος βοηθά το Ιράν να αποκτά δολάρια, να πουλά πετρέλαιο, να διακινεί εμπορεύματα ή να παρακάμπτει τον αποκλεισμό κινδυνεύει να χάσει πρόσβαση ή να υποστεί κόστος στις συναλλαγές του με τις ΗΠΑ.
Ακριβώς εκεί, όμως, αρχίζει και ο μεγαλύτερος κίνδυνος της στρατηγικής.
Ο Τραμπ επιδιώκει ταυτόχρονα να παρατείνει την εμπορική εκεχειρία με τον Σι Τζινπίνγκ, τον οποίο σχεδιάζει να υποδεχθεί στις ΗΠΑ τον επόμενο μήνα. Μια επιθετική εφαρμογή κυρώσεων εναντίον κινεζικών τραπεζών, εταιρειών ή φορέων που συνδέονται με το ιρανικό πετρέλαιο θα μπορούσε να ανοίξει ένα νέο μέτωπο ακριβώς τη στιγμή που η Ουάσιγκτον προσπαθεί να σταθεροποιήσει τις σχέσεις με το Πεκίνο.
Το Ντουμπάι κλείνει μία από τις σημαντικότερες πόρτες
Η πίεση στην Τεχεράνη είχε ήδη ενταθεί πριν από την απειλή Τραμπ.
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ότι αναστέλλουν τις χρηματοπιστωτικές και οικονομικές συναλλαγές με το Ιράν, επικαλούμενα τις κλιμακούμενες εντάσεις στην περιοχή.
Η κίνηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Τα Εμιράτα αποτελούσαν τα τελευταία χρόνια έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους του Ιράν και, κυρίως, ένα κρίσιμο κανάλι πρόσβασης σε εισαγόμενα αγαθά, σκληρό νόμισμα και διεθνείς συναλλαγές.
Εάν αυτή η δίοδος κλείσει πραγματικά και ταυτόχρονα η Ουάσιγκτον καταφέρει να αυξήσει το κόστος για τις κινεζικές συναλλαγές με το Ιράν, η οικονομική πολιορκία της χώρας θα περάσει σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο.
Μια οικονομία ήδη στα όριά της
Η ιρανική οικονομία δεν ξεκινά αυτή τη νέα φάση από θέση ισχύος. Ο αμερικανικός αποκλεισμός, οι ζημιές από τις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις και οι χρόνιες εσωτερικές στρεβλώσεις έχουν οδηγήσει, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το Bloomberg, τον πληθωρισμό κοντά στο 80%.
Το ιρανικό νόμισμα έχει χάσει σχεδόν 30% της αξίας του μέσα στη χρονιά, ενώ οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει τη χώρα των περίπου 90 εκατομμυρίων κατοίκων σε μία από τις βαθύτερες οικονομικές κρίσεις της σύγχρονης ιστορίας της.
Κι όμως, η Τεχεράνη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να επιβιώνει επί δεκαετίες υπό κυρώσεις.
Αυτό ακριβώς είναι και το πρόβλημα για την Ουάσιγκτον.
Τι περισσότερο μπορεί να κάνει η Ουάσιγκτον;
Το Ιράν βρίσκεται ήδη αντιμέτωπο με ένα από τα πυκνότερα καθεστώτα κυρώσεων στον κόσμο.
Η κυβέρνηση Τραμπ είχε εφαρμόσει από την πρώτη προεδρική θητεία τη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης», αφού αποχώρησε από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα.
Άρα, το ερώτημα σήμερα δεν είναι απλώς ποιες νέες κυρώσεις μπορούν να επιβληθούν στην Τεχεράνη.
Το πραγματικό ερώτημα είναι πόσο μακριά είναι διατεθειμένες να φτάσουν οι ΗΠΑ εναντίον τρίτων χωρών για να κάνουν τις ήδη υπάρχουσες κυρώσεις ασφυκτικές.
Εδώ βρίσκεται η ουσία της «Economic D-Day». Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ είχε ήδη προαναγγείλει νέες κινήσεις, υποσχόμενος μέτρα πρωτοφανούς κλίμακας για την οικονομική απομόνωση μιας χώρας.
Δεν περιέγραψε το περιεχόμενό τους. Η ρητορική Τραμπ, όμως, δείχνει ότι ο σχεδιασμός μπορεί να στρέφεται όλο και περισσότερο σε δευτερογενείς κυρώσεις: στην τιμωρία, δηλαδή, εταιρειών, χρηματοπιστωτικών οργανισμών ή κρατών που εξακολουθούν να διευκολύνουν το ιρανικό εμπόριο.
Γιατί ο Τραμπ χρειάζεται αποτέλεσμα τώρα
Η στροφή προς την οικονομική πίεση δεν γίνεται σε πολιτικό κενό.
Ο πόλεμος πλησιάζει το εξάμηνο, η αμερικανική στρατιωτική μηχανή βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξημένα κόστη και πιέσεις στα αποθέματα πυρομαχικών και η σύγκρουση γίνεται ολοένα λιγότερο δημοφιλής στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Ταυτόχρονα, οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου πλησιάζουν. Και υπάρχει ένα πρόβλημα που οι Αμερικανοί ψηφοφόροι αντιλαμβάνονται πολύ πιο άμεσα από τις γεωπολιτικές ισορροπίες στον Περσικό Κόλπο: την τιμή της βενζίνης.
Η παρεμπόδιση της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ –από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου– εξακολουθεί να κρατά τις ενεργειακές αγορές σε συναγερμό.
Το Brent έκλεισε κοντά στα 92 δολάρια το βαρέλι, έχοντας συμπληρώσει τέσσερις ημέρες ανόδου.
Αυτό σημαίνει πληθωρισμό, υψηλότερο κόστος ζωής και μεγαλύτερη πίεση στις αγορές ομολόγων – ακριβώς τη στιγμή που η κυβέρνηση Τραμπ προσπαθεί να συγκρατήσει το αμερικανικό κόστος δανεισμού.
Η μεγάλη αντίφαση
Εδώ βρίσκεται και η πιο δύσκολη πλευρά του σχεδίου.
Εάν οι νέες κυρώσεις πράγματι στραγγαλίσουν τις υπόλοιπες εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου, μπορούν να προκαλέσουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση στην παγκόσμια προσφορά.
Και εάν η Τεχεράνη απαντήσει με νέα κλιμάκωση στα Στενά του Ορμούζ, το πετρέλαιο μπορεί να κινηθεί ακόμη υψηλότερα.
Η Ουάσιγκτον, επομένως, επιχειρεί μια λεπτή ισορροπία: να καταστρέψει την οικονομική ικανότητα του Ιράν χωρίς να προκαλέσει ένα ενεργειακό σοκ που θα επιστρέψει ως πληθωρισμός στις ΗΠΑ.
Ο ίδιος ο Τραμπ περιέγραψε αυτή τη δυαδική έκβαση με χαρακτηριστικό τρόπο: είτε θα υπάρξει αποτέλεσμα και οι τιμές του πετρελαίου «θα πέσουν σαν πέτρα», είτε οι ΗΠΑ θα συνεχίσουν την υφιστάμενη στρατηγική.
Η μάχη μεταφέρεται από το πεδίο στις τράπεζες
Η στρατιωτική ισχύς δεν έφερε μέχρι στιγμής την παράδοση της Τεχεράνης. Ούτε η προθεσμία των 60 ημερών που είχε τεθεί με το μνημόνιο του Ιουνίου οδήγησε σε συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα ή σε πλήρη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Τώρα η Ουάσιγκτον δοκιμάζει κάτι διαφορετικό.
Όχι να πλήξει ακόμη έναν στρατιωτικό στόχο, αλλά να κάνει κάθε βαρέλι ιρανικού πετρελαίου δυσκολότερο να πουληθεί, κάθε δολάριο δυσκολότερο να μεταφερθεί και κάθε εταιρεία που βοηθά την Τεχεράνη να αναρωτηθεί εάν αξίζει να διακινδυνεύσει την πρόσβασή της στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
Το στοίχημα είναι τεράστιο.
Γιατί η «Economic D-Day» μπορεί να μεταφέρει την πίεση από την Τεχεράνη στο Πεκίνο, από τον Περσικό Κόλπο στις διεθνείς τράπεζες και από τον πόλεμο των πυραύλων σε έναν πόλεμο εμπορίου, νομισμάτων και πετρελαίου.
Και αν η Κίνα αποφασίσει ότι δεν πρόκειται να υποχωρήσει, τότε η επόμενη φάση της σύγκρουσης δεν θα αφορά πλέον μόνο το Ιράν. Θα αφορά το ποιος έχει τη δύναμη να ορίζει ποιος συναλλάσσεται με ποιον στην παγκόσμια οικονομία.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


