Artemis II: Γεωπολιτικές διαστάσεις του προγράμματος
Των Αντώνη Αγγελάκη, επίκουρου καθηγητή, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης και Ανθής Κοσκινά, εντεταλμένης διδάσκουσας, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης & επιστημονικής συνεργάτιδας στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών
ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ Artemis (σειρά διαστημικών αποστολών για την επανδρωμένη εξερεύνηση της Σελήνης, τη μακροχρόνια παραμονή στο Διάστημα και την προετοιμασία αποστολών προς τον Άρη) δρομολογήθηκε από τις ΗΠΑ και τη NASA στα τέλη του 2010, με την υπογραφή της τροπολογίας Space Policy Directive – Reinvigorating America’s Human Space Exploration Program (2017).
Για τη στήριξη, δε, του προγράμματος Artemis, προωθήθηκε παράλληλα και ένα σύνολο αρχών συνεργασίας (οι Συμφωνίες Άρτεμις / Artemis Accords) στις οποίες έχουν μέχρι σήμερα προσχωρήσει 61 κράτη, εκ των οποίων και η Ελλάδα το 2024.
Η ΠΡΩΤΗ αποστολή του προγράμματος Artemis ξεκίνησε με τη δοκιμαστική πτήση Artemis I τον Νοέμβριο του 2022, μετά από 4 διαδοχικές αναβολές (πραγματοποιήθηκε γύρω από τη Σελήνη, χωρίς πλήρωμα, δοκιμάζοντας τον πύραυλο Space Launch System/SLS και το διαστημόπλοιο Orion spacecraft).
Το επόμενο βήμα του προγράμματος είναι η αποστολή Artemis II, που προβλέπεται να μεταφέρει για πρώτη φορά πλήρωμα γύρω από τη Σελήνη (χωρίς προσελήνωση) και που είχε αρχικά προγραμματιστεί για το 2025.
Αντώνης Αγγελάκης
ΟΙ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΕΙΣ σε εγχειρήματα τέτοιας κλίμακας δεν αποτελούν σπάνιο φαινόμενο, λόγω της τεχνολογικής και οργανωτικής πολυπλοκότητάς τους.
Βέβαια, το οικονομικό κόστος τους παραμένει ιδιαίτερα υψηλό (π.χ. το κόστος εκτόευσης του SLS υπολογίζεται στα ~4 δισ. δολάρια ανά εκτόξευση, και κρίνεται μη βιώσιμο από πολλούς, τροφοδοτώντας συζητήσεις για αναθεώρηση του σχεδίου), σε μια περίοδο όπου οι κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν μεταξύ πολλών προτεραιοτήτων.
Ταυτόχρονα, λόγω της συμμετοχής πολλών χωρών μέσω των Συμφωνιών Artemis, η καθυστέρηση επηρεάζει και διεθνείς εταίρους (όπως η ESA, η JAXA και η CSA), οι οποίοι έχουν ήδη δεσμεύσει πόρους και επιστημονικά όργανα για τις αποστολές.
ΚΥΡΙΩΣ, όμως, οι εξελίξεις αυτές δεν μπορούν πλέον να εξετάζονται μεμονωμένα, δεδομένου του νέου ανταγωνισμού για την εξερεύνηση και χρήση του Διαστήματος (new space race).

Η Ανθή Κοσκινά
Πράγματι, η Κίνα, μέσω της CNSA, έχει ήδη θέσει σε λειτουργία τον διαστημικό σταθμό Tiangong και προχωρά σταθερά με τις αποστολές Chang’e, που έχουν φέρει πίσω δείγματα από τη Σελήνη.
Επίσης, προωθεί εδώ και καιρό το δικό της σεληνιακό πρόγραμμα (το International Lunar Research Station/ILRS) σε συνεργασία με τη Ρωσία.
Ως εκ τούτου, η ύπαρξη ενός σαφούς και σταθερά χρηματοδοτούμενου κινεζικού προγράμματος ασκεί σημαντική πίεση – ιδίως επειδή η Κίνα δεν είναι απλά μια χώρα με “φιλόδοξα σχέδια”, αλλά ο κύριος γεωπολιτικός ανταγωνιστής σε αυτήν την κούρσα, με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για επανδρωμένη προσελήνωση έως το 2030.
ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ Άρτεμις αποτελεί ένα φιλόδοξο και πολυδάπανο εγχείρημα που συμβολίζει την επιστροφή της ανθρωπότητας στη Σελήνη, με σαφή επιστημονική και οικονομική διάσταση.
Στην πραγματικότητα, όμως, η τεχνολογική πρόοδος μέσω και της ευρείας διεθνούς συμμετοχής κρατών μέσω των Συμφωνιών Άρτεμις συνδέεται και με ζητήματα γεωπολιτικής φύσεως.
Αυτές οι εξελίξεις καθιστούν σε κάθε περίπτωση αναγκαία την αναπροσαρμογή των σχεδιασμών – ίσως, αυτή τη φορά, όχι σε μια βάση ανταγωνισμού, αλλά συνεργασίας.
Εντέλει, το κρίσιμο ερώτημα για το μέλλον δεν είναι πλέον μόνο πότε θα πατήσουμε ξανά το πόδι μας στη Σελήνη, αλλά υπό ποιους όρους -ανταγωνισμού ή συνέργειαςθα ανοίξει η ανθρωπότητα το επόμενο κεφάλαιο της διαστημικής της ιστορίας.


