Η εισαγόμενη ενέργεια, οι αντιφάσεις της πράσινης μετάβασης και η συσσώρευση αποσβέσεων
Σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση φθάνει μέχρι την οικονομία του φωτισμού στους εσωτερικούς χώρους, ορισμένα πολύ πιο θεμελιώδη οικονομικά ζητήματα παραμένουν συχνά εκτός του προσκηνίου. Ίσως επειδή η αναφορά τους απαιτεί μεγαλύτερη πολιτική τόλμη από εκείνη που συνήθως επιτρέπει η επικαιρότητα.
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής δεν είναι οι αστοχίες των προβλέψεων, αλλά η συστηματική υποτίμηση των οικονομικών περιορισμών. Το κόστος κεφαλαίου, η ανταγωνιστικότητα και η δημογραφική γήρανση αντιμετωπίστηκαν επί μακρόν ως δευτερεύουσες παράμετροι. Εντούτοις, αποτελούν τα θεμέλια πάνω στα οποία κρίνεται η βιωσιμότητα κάθε ενεργειακού μετασχηματισμού.
Η Ευρώπη αντιμετώπισε την ενεργειακή μετάβαση κυρίως ως περιβαλλοντικό εγχείρημα, παραβλέποντας την οικονομική, βιομηχανική και γεωστρατηγική της διάσταση. Βρέθηκε έτσι αντιμέτωπη με μια διπλή πρόκληση: τη γήρανση του πληθυσμού και την αύξηση του ενεργειακού κόστους. Το 2004 αντιστοιχούσαν σχεδόν τέσσερις πολίτες εργασιακής ηλικίας για κάθε άτομο άνω των 65 ετών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σήμερα η αναλογία έχει υποχωρήσει σε λιγότερους από τρεις προς έναν, ενώ οι δημογραφικές προβολές δείχνουν ότι έως το 2050 θα προσεγγίσει τους δύο εργαζομένους για κάθε ηλικιωμένο. Αυτό σημαίνει ότι ολοένα λιγότεροι εργαζόμενοι θα καλούνται να χρηματοδοτούν περισσότερες συντάξεις, υψηλότερες δαπάνες υγείας και μεγαλύτερες επενδυτικές ανάγκες.
Οι αποσβέσεις που δεν εξαφανίζονται
Η βασική υπόθεση της πράσινης μετάβασης ήταν ότι η αντικατάσταση των ορυκτών καυσίμων από ανανεώσιμες πηγές θα οδηγούσε σε φθηνότερη ενέργεια. Στην πράξη, όμως, το κόστος δεν καταργήθηκε αλλά πολλαπλασιάστηκε. Η Ευρώπη δεν κλήθηκε μόνο να χρηματοδοτήσει ένα νέο ενεργειακό σύστημα. Υποχρεώθηκε ταυτόχρονα να συνεχίσει να απορροφά το κόστος του προηγούμενου. Οι επενδύσεις των τελευταίων δύο ή τριών δεκαετιών δεν εξαφανίζονται επειδή υιοθετούνται νέες τεχνολογίες. Σταθμοί παραγωγής, αγωγοί και δίκτυα εξακολουθούν να βαρύνουν ισολογισμούς επιχειρήσεων και κρατών. Οι αποσβέσεις τους συνεχίζουν να υφίστανται, ακόμη κι αν σπανίως αναφέρονται στη δημόσια συζήτηση.
Αντί να αντικατασταθεί πλήρως το συμβατικό σύστημα, προστέθηκε επάνω του ένα δεύτερο. Ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά πάρκα, διασυνδέσεις, δίκτυα, υποσταθμοί, συστήματα αποθήκευσης και εφεδρικές μονάδες απαιτούν τεράστιες επενδύσεις, ενώ ταυτόχρονα μεγάλο μέρος των συμβατικών υποδομών παραμένει απαραίτητο για λόγους ασφάλειας εφοδιασμού. Το ενεργειακό σύστημα δεν απλοποιήθηκε. Έγινε ακριβότερο, πολυπλοκότερο και περισσότερο κεφαλαιοβόρο.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη οικονομική παρεξήγηση της εποχής μας. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε στις νέες επενδύσεις και σχεδόν αγνόησε τη συσσώρευση αποσβέσεων. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η ευρωπαϊκή οικονομία καλείται να εξυπηρετεί ταυτόχρονα δύο γενιές κεφαλαίου: εκείνη που υποτίθεται ότι εγκαταλείπει και εκείνη που δημιουργεί. Η ηλεκτρική ενέργεια μπορεί να εμφανίζεται ως σχεδόν δωρεάν όταν φυσά ο άνεμος ή όταν υπάρχει ηλιοφάνεια, όμως οι αποσβέσεις, οι τόκοι, η συντήρηση και η αναχρηματοδότηση των υποδομών συνεχίζουν να τρέχουν ανεξαρτήτως καιρικών συνθηκών.
Από την ενεργειακή εξάρτηση στη βιομηχανική εξάρτηση
Παράλληλα, η Ευρώπη απέτυχε να δημιουργήσει ισχυρές εγχώριες παραγωγικές αλυσίδες. Προσθέσαμε στην εξάρτηση από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα μία δεύτερη εξάρτηση, εκείνη του εισαγόμενου βιομηχανικού εξοπλισμού. Φωτοβολταϊκά πάνελ, μπαταρίες, κρίσιμα μέταλλα, ηλεκτρονικά ισχύος, μετασχηματιστές και μεγάλο μέρος των τεχνολογιών της μετάβασης παράγονται εκτός Ευρώπης. Η εξάρτηση δεν μειώθηκε. Πολλαπλασιάστηκε. Δεν είναι τυχαίο ότι το 2023 η ενεργειακή εξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από εισαγωγές εξακολουθούσε να ανέρχεται στο 58,4% των συνολικών ενεργειακών αναγκών της.
Παράδοξο είναι επίσης ότι κατά την ίδια περίοδο η Ευρωπαϊκή Ένωση απέφυγε σε μεγάλο βαθμό την έρευνα και αξιοποίηση εγχώριων πηγών υδρογονανθράκων. Υπό το βάρος πολιτικών και ιδεολογικών επιλογών, σημαντικά δυνητικά αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου παρέμειναν ανεξερεύνητα ή αναξιοποίητα. Αντί οι εγχώριοι πόροι να λειτουργήσουν ως γέφυρα ενεργειακής ασφάλειας κατά τη διάρκεια του μετασχηματισμού, επιλέχθηκε μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωτερικές προμήθειες σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών κινδύνων.
Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μετά την εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας δαπανήθηκαν εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ για ανανεώσιμες πηγές και δίκτυα, χωρίς να αποφευχθεί η απώλεια ανταγωνιστικότητας σε ενεργοβόρους κλάδους. Ενδεικτικά, μόνο οι ανάγκες επέκτασης και εκσυγχρονισμού των ηλεκτρικών δικτύων εκτιμώνται πλέον σε περίπου 650 δισ. ευρώ έως το 2045. Την ίδια στιγμή, οι Ηνωμένες Πολιτείες συνδύασαν ΑΠΕ, πυρηνική ενέργεια και εγχώριο φυσικό αέριο, ενώ η Κίνα ενσωμάτωσε την ενεργειακή πολιτική σε μια ολοκληρωμένη βιομηχανική στρατηγική, αποκτώντας κυρίαρχη θέση στην παραγωγή εξοπλισμού της μετάβασης.
Οι τρεις μνήμες της ενεργειακής ανελαστικότητας
Ίσως εδώ βρίσκεται η ουσία της ενεργειακής ανελαστικότητας. Οι μεγάλες υποδομές δεν αγοράζονται ούτε αποσβένονται μέσα σε λίγα χρόνια. Ένα δίκτυο μεταφοράς μπορεί να λειτουργεί για 40 έως 50 χρόνια, ένας πυρηνικός σταθμός για 60 έως 80 χρόνια και ένας τερματικός σταθμός LNG χρειάζεται δύο ή τρεις δεκαετίες για να αποσβεστεί πλήρως. Κατά τον 20ό αιώνα ένας επενδυτικός κύκλος διαδεχόταν τον προηγούμενο. Σήμερα πολλαπλοί κύκλοι συνυπάρχουν και αλληλεπικαλύπτονται.
Η μεγαλύτερη κληρονομιά της πράσινης μετάβασης δεν βρίσκεται πλέον στο μέλλον. Είναι ήδη εδώ. Η Ευρώπη αντιμετωπίζει τη μνήμη των διαδοχικών γεωπολιτικών κρίσεων που διαδέχονται η μία την άλλη χωρίς να αφήνουν χρόνο προσαρμογής. Αντιμετωπίζει επίσης τη μνήμη των επενδύσεων, όπου οι αποσβέσεις του παλαιού και του νέου ενεργειακού συστήματος συνυπάρχουν επί δεκαετίες, και τη μνήμη της δημογραφικής αντιστροφής, όπου ολοένα λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται να στηρίξουν ολοένα περισσότερες υποχρεώσεις. Αυτές οι τρεις μνήμες συνθέτουν τη βαθύτερη μορφή ανελαστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η ιστορία διδάσκει ότι καμία μεγάλη οικονομική δύναμη δεν διατήρησε την ισχύ της βασιζόμενη ταυτόχρονα σε ακριβή ενέργεια, εισαγόμενες αλυσίδες εφοδιασμού, σωρευμένες κεφαλαιακές υποχρεώσεις και δημογραφική παρακμή. Το πραγματικό κόστος της ευρωπαϊκής μετάβασης ίσως δεν βρίσκεται στις εκπομπές που μειώθηκαν, αλλά στις υποχρεώσεις που συσσωρεύθηκαν.
Τα αριθμητικά στοιχεία που αναφέρονται στο παρόν άρθρο βασίζονται σε δημοσιευμένα δεδομένα της Eurostat, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και εξειδικευμένων ευρωπαϊκών ενεργειακών μελετών.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


