Ο πρόσφατος θάνατος της Ντάρια Σιπίλοβα, μιας 28χρονης Ρωσίδας εργαστηριακής τεχνικού, από πνευμονική πανώλη προκάλεσε παγκόσμια ανησυχία λόγω του χώρου εργασίας της: του Αντιπανωλικού Ινστιτούτου της Σιβηρίας, στο Ιρκούτσκ. Έχοντας κατά νου την πανδημία της Covid-19, η κοινή γνώμη επικεντρώθηκε στο ερώτημα αν ενδέχεται να βρίσκεται προ των πυλών μια ακόμη τέτοια κρίση. Η Μόσχα υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Ωστόσο, το ιστορικό της όσον αφορά την αξιοπιστία των δηλώσεών της δεν εμπνέει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη.
Του Τζον Ρ. Μπόλτον, συμβούλου εθνικής ασφάλειας επί προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ
Παρά το γεγονός ότι διέθετε μόνο πληροφορίες που είχαν δοθεί από Ρώσους αξιωματούχους, η διευθύντρια των Κέντρων Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων των ΗΠΑ (CDC), Έρικα Σουόρτς, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα ότι «η απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι εξαιρετικά χαμηλή». Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υποβάθμισε την πιθανότητα το περιστατικό να συνδέεται με έρευνα για βιολογικό πόλεμο, λέγοντας: «Θα το μάθουμε αρκετά σύντομα, αλλά δεν πιστεύουμε ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο».
Θα ήταν σκόπιμο να αντιμετωπίζουμε τις διαβεβαιώσεις της Μόσχας με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα, ιδίως υπό το πρίσμα των σημαντικών διδαγμάτων από το Ινστιτούτο Ιολογίας της Γουχάν και την πιθανή σύνδεσή του με την κινεζική έρευνα για βιολογικά όπλα. Ακόμη και η καθαρά επιδημιολογική έρευνα μπορεί να αποφέρει ευρήματα με μεγάλη σημασία για την ανάπτυξη προηγμένων δυνατοτήτων βιολογικού πολέμου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εκτίμηση απειλών της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών για το 2026, επί κυβέρνησης Τραμπ, αναφέρει ρητά ότι «οι Ρώσοι επιστήμονες συνεχίζουν να αναπτύσσουν νέες δυνατότητες χημικού και βιολογικού πολέμου» (CBW), καθώς και ότι «η Κίνα πιθανότατα διαθέτει δυνατότητες χημικού και βιολογικού πολέμου που απειλούν τις αμερικανικές, συμμαχικές και εταιρικές δυνάμεις, καθώς και τους άμαχους πληθυσμούς».
Οι ανησυχίες για μια ακόμη πανδημία είναι δικαιολογημένες, αλλά εξίσου δικαιολογημένες είναι και οι ανησυχίες για τις απειλές που συνιστούν η Ρωσία και η Κίνα για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ. Ακόμη κι αν οι αρχικές ανησυχίες αποδειχθούν αβάσιμες, το περιστατικό του Ιρκούτσκ θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως προειδοποιητικό σημάδι και όχι ως ψευδής συναγερμός. Υπάρχει μια μακρά ιστορία που δεν πρέπει να αγνοηθεί.
Ο Κανατζάν Αλιμπέκοφ, από το 1988 έως την αποστασία του από τη Σοβιετική Ένωση το 1992, ήταν ανώτατο στέλεχος της Biopreparat, της οποίας «η κύρια αποστολή ήταν η ανάπτυξη και η παραγωγή όπλων που κατασκευάζονταν από τους πιο επικίνδυνους ιούς, τοξίνες και βακτήρια που γνώριζε ο άνθρωπος». Τα απομνημονεύματά του, που εκδόθηκαν το 1999 με τίτλο Biohazard, υπό το αμερικανοποιημένο όνομά του, Κεν Αλιμπέκ, και σε συνεργασία με τον Στίβεν Χάντελμαν, εξακολουθούν να αποτελούν βασικό ανάγνωσμα για την κατανόηση της ρωσικής έρευνας στον τομέα του βιολογικού πολέμου.
Η δημοσιογράφος Τζούντιθ Μίλερ και οι συν-συγγραφείς της προχώρησαν περαιτέρω την έρευνα το 2001 με το βιβλίο Germs: Biological Weapons and America’s Secret War («Μικρόβια: Βιολογικά όπλα και ο μυστικός πόλεμος της Αμερικής»). Παρουσιάζουν, για παράδειγμα, πόσα έμαθε η Ουάσιγκτον μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, μεταξύ άλλων από το «κορυφαίο σοβιετικό εργοστάσιο μικροβίων» στο Στεπνογκόρσκ, στο νεοανεξάρτητο Καζακστάν, όπου οι εγκαταστάσεις και οι επιστήμονες ήταν πλήρως προσβάσιμοι στη Δύση.
Η Μόσχα κατέβαλε σημαντικό χρόνο και προσπάθεια για να ανακτήσει τους πόρους και το επιστημονικό δυναμικό που είχε χάσει, αλλά τελικά το πέτυχε, όπως επιβεβαιώνει η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών. Φυσικά, δεν ασχολούνται όλα τα ρωσικά βιολογικά εργαστήρια με δραστηριότητες που σχετίζονται με την ανάπτυξη όπλων. Ωστόσο, οι κυβερνήσεις που διατηρούν παράνομα προγράμματα όπλων μαζικής καταστροφής, πυρηνικών, χημικών και βιολογικών, διεξάγουν συστηματικά, σε κοινή θέα, δραστηριότητες που μπορούν να έχουν τόσο νόμιμη πολιτική όσο και στρατιωτική εφαρμογή. Καθώς η έρευνα γίνεται ολοένα πιο προηγμένη και ευαίσθητη, οι εξηγήσεις περί «διττής χρήσης» γίνονται λιγότερο πειστικές, αν όχι εντελώς αβάσιμες, και λαμβάνονται περισσότερα μέτρα προφύλαξης. Οι εργασίες που αφορούν την πραγματική οπλοποίηση των παραγόντων αυτών αποκρύπτονται όσο το δυνατόν πληρέστερα.
Είναι ενδιαφέρον ότι ο ιστότοπος του αντιπανωλικού ιδρύματος του Ιρκούτσκ αναφέρει πως το ίδρυμα μελετά επίσης τη βρουκέλλωση, τον άνθρακα και την τουλαραιμία, ασθένειες και παθογόνους παράγοντες που έχουν αποτελέσει αντικείμενο έρευνας επί δεκαετίες για πιθανή χρήση τους σε βιολογικό πόλεμο. Το ινστιτούτο αναγνωρίζει επίσης ότι ασχολείται με την έρευνα βιολογικής άμυνας, ιδίως κατά της βιοτρομοκρατίας. Αυτή η «αμυντική» δραστηριότητα μπορεί να είναι απολύτως νόμιμη βάσει της Σύμβασης για τα Βιολογικά Όπλα του 1972, στην οποία συμμετέχουν τόσο η Ρωσία όσο και η Κίνα, όπως και οι Ηνωμένες Πολιτείες και πολλές άλλες χώρες.
Το πρόβλημα είναι ότι, από επιστημονική άποψη, η αμιγώς αμυντική έρευνα είναι δύσκολο να διακριθεί από την επιθετική έρευνα, ενώ μπορεί εύκολα να προωθήσει πιο απειλητικές δραστηριότητες σε άλλους τομείς. Για τις χώρες που τηρούν σοβαρά τις υποχρεώσεις τους βάσει των συνθηκών, αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Τα κράτη που παραβιάζουν τους κανόνες, ωστόσο, υπογράφουν συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών και στη συνέχεια τις παραβιάζουν κατά βούληση, χρησιμοποιώντας την «αμυντική έρευνα» ως πρόσχημα. Πράγματι, ένας από τους λόγους για τους οποίους η κυβέρνηση του προέδρου Τζορτζ Μπους του νεότερου απέρριψε ένα σχέδιο πρωτοκόλλου επαλήθευσης της Σύμβασης για τα Βιολογικά Όπλα ήταν ότι τα βιολογικά προγράμματα είναι εκ φύσεως αδύνατο να επαληθευτούν. Όπως λέει ένα ρητό, που αποδίδεται ενίοτε, και πιθανώς εσφαλμένα, στον Ουίνστον Τσόρτσιλ, οι μόνες χώρες που συμμορφώνονται με τις συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών είναι εκείνες με τις οποίες δεν χρειάζεσαι συμφωνίες ελέγχου των εξοπλισμών.
Ο σημερινός φόβος για το διευρυνόμενο φάσμα των απειλών, από την τεχνολογία των μη επανδρωμένων αεροσκαφών έως την ενδεχομένως υπαρξιακή απειλή της τεχνητής νοημοσύνης, δεν θα πρέπει να μας αποσπά από τη σκληρή πραγματικότητα των απειλών που ήδη υπάρχουν. Ο υβριδικός πόλεμος της Μόσχας στην Ευρώπη, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την αποτυχημένη επίθεση, τον Αύγουστο, στο αεροδρόμιο της Λειψίας στη Γερμανία, με τη χρήση drone φορτωμένου με εκρηκτικά, για την οποία Γερμανοί αξιωματούχοι κατηγόρησαν τη Ρωσία θα πρέπει να αποτελέσει ακόμη ένα προειδοποιητικό σημάδι. Είναι γνωστό εδώ και καιρό ότι κατάλληλα προετοιμασμένοι βιολογικοί παράγοντες πολέμου, σε μορφή αερολύματος, μπορούν να διασπαρούν από αεροσκάφη ψεκασμού καλλιεργειών που δεν κινούν υποψίες ή, πλέον, από μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η απλή απαίτηση για μεγαλύτερη «διαφάνεια» από τη Ρωσία, όπως ζητά ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας, απέχει πολύ από το να είναι επαρκής. Απλώς δεν διαθέτουμε (και πιθανότατα δεν πρόκειται να διαθέτουμε) αρκετές πληροφορίες ώστε να καταλήξουμε σε ασφαλή συμπεράσματα. Γνωρίζουμε, όμως, αρκετά ώστε το περιστατικό του Ιρκούτσκ να μην αφεθεί χωρίς διερεύνηση, ακόμη κι αν ο σημερινός Λευκός Οίκος δείχνει εξαιρετικά πρόθυμος να ικανοποιεί τις επιθυμίες του Βλαντίμιρ Πούτιν.
Αντίθετα, οι αρμόδιες επιτροπές του Κογκρέσου θα πρέπει να διενεργήσουν συστηματικές επανεξετάσεις τόσο της παγκόσμιας απειλής από βιολογικά όπλα για την Αμερική όσο και της επάρκειας της αμερικανικής άμυνας. Η επανεξέταση θα πρέπει να περιλαμβάνει τις επιπτώσεις για την εθνική ασφάλεια από τη χορήγηση κονδυλίων των Αμερικανών φορολογουμένων σε ξένα ερευνητικά ιδρύματα, ώστε να αποφεύγεται η επιδότηση των εχθρών της Αμερικής.
Ο χρόνος πιέζει.
Πηγή: skai.gr
Διαβάστε τις Ειδήσεις σήμερα και ενημερωθείτε για τα πρόσφατα νέα.
Ακολουθήστε το Skai.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.




