Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Γεωποικιλότητας της UNESCO στις 6 Οκτωβρίου για το 2026 [1], προσφέρεται μια εξαιρετική, ίσως και αναγκαία, ευκαιρία να επαναξιολογήσουμε τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε τις μεταβολές του φυσικού μας περιβάλλοντος.
Τα τελευταία χρόνια, ο δημόσιος λόγος έχει αλωθεί από μια ιδιότυπη υστερία γύρω από την αποκαλούμενη «κλιματική κρίση». Παρακολουθούμε το «εκκρεμές του τρόμου» να ταλαντεύεται βίαια: από το αφήγημα του «πλανήτη που βράζει» και τους καύσωνες της αποκάλυψης, η ρητορική πέρασε σχεδόν εν μία νυκτί στον πανικό των βιβλικών πλημμυρών. Κάθε έντονο καιρικό ή γεωμορφολογικό φαινόμενο βαπτίζεται στο βωμό της τηλεοπτικής δραματουργίας ως «πρωτοφανές» και αντιμετωπίζεται ως μια αφύσικη νέμεσις.
Ωστόσο, η Γη δεν υπήρξε ποτέ ένα στατικό, ακίνητο «είδωλο». Το ανάγλυφό της σμιλεύεται διαρκώς μέσα από βίαιες, καταστροφικές και αναγεννητικές διεργασίες. Αυτή ακριβώς τις νομοτέλειες της δυναμικής γεωποικιλότητας και των αέναων γεωλογικών μεταβολών, οι αρχαίοι Έλληνες τις είχαν κατανοήσει βαθύτατα, προσεγγίζοντάς τες όχι με τον σημερινό υστερικό πανικό, αλλά με τη νηφαλιότητα της μεθοδικής παρατήρησης.
Η πιο συγκλονιστική ίσως απόδειξη αυτής της αρχαίας οξυδέρκειας εντοπίζεται στον πλατωνικό διάλογο «Κριτίας» (περ. 360 π.Χ.). Ο Πλάτωνας, περιγράφοντας το πανάρχαιο τοπίο της Αττικής σε αντιπαραβολή με το τοπίο της εποχής του, παραδίδει ένα αξεπέραστο μάθημα γεωλογικής προσέγγισης, χωρίς να την κατονομάσει: αυτό της εδαφικής διάβρωσης και της διαταραχής του υδρολογικού κύκλου. Ο φιλόσοφος εξηγεί πώς οι σαρωτικές πλημμύρες και οι κατακλυσμοί, που ορισμένοι σήμερα θέλουν να μας πείσουν ότι είναι σύμπτωμα μόνο της εποχής μας, υπήρξαν οι βασικοί και διαχρονικοί «γλύπτες» του ελληνικού τοπίου.
Ο Πλάτωνας ξεκινά την ανάλυσή του αναφέροντας τη μηχανική της διάβρωσης μετά από έντονες βροχοπτώσεις. Εξηγεί ότι, λόγω του απότομου αναγλύφου της Αττικής, το έδαφος δεν σχημάτιζε προσχώσεις, αλλά κατέληγε στα βάθη της θάλασσας, όπως παρατίθεται στο σχετικό απόσπασμα:
«Πολλῶν οὖν γεγονότων καὶ μεγάλων κατακλυσμῶν ἐν τοῖς ἐνακισχιλίοις ἔτεσι […] τὸ τῆς γῆς ἐν τούτοις τοῖς χρόνοις καὶ πάθεσιν ἐκ τῶν ὑψηλῶν ἀπορρέον οὔτε χῶμα, ὡς ἐν ἄλλοις τόποις, προχοῖ λόγου ἄξιον, ἀεί τε κύκλῳ περιρρέον εἰς βάθος ἀφανίζεται» (Πλάτωνα Κριτίας, 111a-b, [2]).
«Επειδή όμως έγιναν πολλοί καί μεγάλοι κατακλυσμοί μέσα στα εννιά χιλιάδες χρόνια—γιατί τόσα χρόνια πέρασαν άπό τότε ώς τά σήμερα— τό χώμα πού μέσα στά χρόνια αυτά καί στό διάστημα αυτών τών συμβάντων (τών κατακλυσμών κλπ) δέν έμαζευονταν πάνω στό έδαφος, όπως γίνονταν σ’ άλλα μέρη, μά κάθε φορά μπόλικο άπ’ αυτό τραβιόντανε προς τά παραθαλάσσια, χάνονταν μέσα στα βαθιά νερά τής θάλασσα» [3].
Η απώλεια του «μαλακού» εδάφους άφηνε πίσω της ένα γυμνό και σκληρό, βραχώδες τοπίο. Για να το περιγράψει, ο Πλάτωνας επιστράτευσε μια ανατομική μεταφορά που συμπυκνώνει όλη τη δυναμική της υποβάθμισης του τοπίου:
«Λέλειπται δή, καθάπερ ἐν ταῖς σμικραῖς νήσοις, πρὸς τὰ τότε τὰ νῦν οἷον νοσήσαντος σώματος ὀστᾶ, περιερρυηκυίας τῆς γῆς ὅση πίειρα καὶ μαλακή, τοῦ λεπτοῦ σώματος τῆς χώρας μόνου λειφθέντος.» (Πλάτωνα Κριτίας, 111b-c, [2])
«Έχουν απομείνει λοιπόν,όπως καί στά μικρά νησιά, τά τωρινά χώματα, πού, σχετικά μέ κείνα πού ήταν τόν παλιό καιρό, φαίνονται σάν κόκκαλα αρρωστημένου κορμιού, έπειδή τό γύρω γύρω χώμα οσο ήταν παχύ καί μαλακό έφυγε καί έμεινε μόνο ή αχαμνή γη» [3].
Στο τελευταίο και ίσως το πιο επίκαιρο κομμάτι της ανάλυσής του, ο φιλόσοφος συνδέει τις καταστροφικές πλημμύρες με την αποψίλωση της βλάστησης. Χωρίς το παχύ αργιλώδες χώμα (τη «στέγη» της γης) να λειτουργεί ως σφουγγάρι που κατακρατά τα νερά, η βροχή ρέει ορμητικά, δημιουργώντας χειμάρρους που καταλήγουν στη θάλασσα χωρίς να εμπλουτίζουν τον υδροφόρο ορίζοντα:
«τὸ δ’ ὕδωρ ἐπεδέχετο, καὶ τὴν καταπίπτουσαν ἐκ Διὸς ὕλην οὐχ ὡς νῦν ἀπολλῦσα ῥέον ἀπὸ ψιλῆς τῆς γῆς εἰς θάλατταν, ἀλλ’ ἔχουσα πολλὴν […] ἄφθονα κρηνῶν καὶ ποταμῶν ῥεύματα παρείχετο…» (Πλάτωνα Κριτίας, 111d, [2]).
“Δέχονταν [τότε τα βουνά] το νερό, και την ευεργετική βροχή του Δία δεν την έχαναν όπως τώρα, που ρέει από τη γυμνή γη στη θάλασσα, αλλά έχοντας πολύ [χώμα] […] παρείχε άφθονα ρεύματα πηγών και ποταμών”.
Διαβάζοντας αυτά τα ελεύθερα προσβάσιμα αρχαία κείμενα στη ψηφιακή εποχή, αντιλαμβανόμαστε πως η γεωποικιλότητα δεν είναι απλώς ένα «πράσινο» ευχολόγιο για την ημέρα της UNESCO. Είναι η βαθιά μνήμη της Γης. Και αν οι σύγχρονες κοινωνίες θέλουν να αντιμετωπίσουν τα περιβαλλοντικά ζητήματα με σοβαρότητα, οφείλουν να αφήσουν τον μιντιακό πανικό των «εποχικών υστεριών» και να σκύψουν πάνω στις γεωλογικές νομοτέλειες, νομοτέλειες που οι αρχαίοι Έλληνες, περπατώντας πάνω στα γυμνά βράχια της Αττικής, είχαν ήδη αποκωδικοποιήσει.
* Καθηγητής και τέως Κοσμήτορας της Σχολής Μηχανικών Ορυκτών Πόρων του Πολυτεχνείου Κρήτης, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Γεωλογικής Εταιρείας
Βιβλιογραφικές Αναφορές
[1] https://www.unesco.org/en/days/geodiversity
[2] https://www.atlantis-scout.de/atlantis-timaeus-critias-greek.htm
[3] http://repository.edulll.gr/edulll/retrieve/7000/1776_kritias.pdf
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.





