Ακόμα και την έρευνα της Eurostat για την οικονομική δυσπραγία των Ελλήνων πολιτών προσπαθεί να απαξιώσει το μέγαρο Μαξίμου, με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη να προσπαθεί να την βγάλει «μη αντικειμενική».
Ο Παύλος Μαρινάκης ρωτήθηκε για την έρευνα αυτή της Eurostat που καταγράφει μια νέα αρνητική πρωτιά για τη χώρα μας, με την Ελλάδα να φιγουράρει στην πρώτη θέση των ευρωπαϊκών χωρών ως προς το ποσοστό των πολιτών που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αντιμετωπίσουν έκτακτες δαπάνες για το 2025.
Σύμφωνα με την έρευνα, το ποσοστό αυτό στη χώρα μας φτάνει το 50,5%, με μεγάλη διαφορά από την δεύτερη Λετονία (43,7%) και την τρίτη Βουλγαρία (42,4%) και με μέσο όρο στην Ευρώπη 29,2%, καταρρίπτοντας έτσι για άλλη μια φορά το ευρύτερο αφήγημα, ενός οικονομικού «success story» που επιχειρεί να προβάλει η ελληνική κυβέρνηση.
Επιχείρηση απαξίωσης
Παρόλα αυτά ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επιχείρησε να απαξιώσει την έρευνα της Eurostat, υποστηρίζοντας ότι «η συγκεκριμένη έρευνα είναι μια υποκειμενική έρευνα. Είναι μια έρευνα γνώμης της Eurostat, όπως γίνονται αντίστοιχες έρευνες και αντικειμενικές από τη Eurostat. Η συγκεκριμένη, λοιπόν, είναι κατά δήλωση των πολιτών κάθε χώρας».
Στην ίδια κατεύθυνση πρόσθεσε ότι «δεν υποτιμούμε τα ευρήματα αυτά, αλλά πάμε να δούμε τι λένε οι αντικειμενικές έρευνες, μελέτες της Eurostat, οι οποίες δείχνουν ότι είναι λάθος η ισοπέδωση της αντιπολίτευσης, ότι είμαστε, δηλαδή, τελευταίοι-προτελευταίοι. Είναι, όμως, αντίστοιχα και υπερβολή το να υπάρχουν πανηγυρισμοί ή το να παρουσιάζεται η χώρα μας ως μια χώρα, η οποία είναι ιδανική. Η πραγματικότητα είναι ότι μέσα σε επτά πάρα πολύ δύσκολα χρόνια κρίσεων και πολέμων, έχει ήδη διανυθεί μια πολύ σημαντική απόσταση για να φτάσουμε τον ευρωπαϊκό μέσο όρο» και προσπαθώντας να διασκεδάσει τις εντυπώσεις για την οικονομική δυσπραγία των Ελλήνων πολττών είπε: «Κατώτατος μισθός με όρους αγοραστικής δύναμης, η Ελλάδα είναι 14η, ούτε τελευταία, ούτε προτελευταία, προφανώς ούτε και πρώτη. Θα τους παραθέσω τους πίνακες αυτούς για διευκόλυνσή σας. Μέσος μισθός, καθαρός μισθός, μέσος καθαρός μισθός εργαζομένων, η Ελλάδα είναι στη 17η θέση. Δέκα χώρες είναι κάτω από την Ελλάδα και ανέβηκε, μάλιστα, από το 11.900 στο 21.500 και συνολικά δύο θέσεις, απ’ τη 19η στη 17η θέση σε πολύ δύσκολα χρόνια κρίσεων. Για μένα, πιο σημαντική έρευνα είναι η ατομική κατανάλωση. Εδώ, αυτό είναι ένας χάρτης όπου έχει το ποσοστό, όπου κάθε χώρα, ως προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, εμείς έχουμε πλησιάσει, είμαστε στο 80%, είναι πέντε χώρες κάτω από εμάς, ο δείκτης ατομικής κατανάλωσης, που συμπεριλαμβάνει το σύνολο των δαπανών».
Επίθεση στην αντιπολίτευση
Την ίδια ώρα ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, επιχειρώντας να απαξιώσει και την κριτική της αντιπολίτευσης σε σχέση με τα μέτρα για τα καύσιμα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση, εξαπέλυσε ευθεία επίθεση κατά των πολιτικών της αντιπάλων, αναπαράγοντας την ίδια κυβερνητική ρητορική και το ίδιο αφήγημα περί «λεφτόδεντρων», καθώς και τις ίδιες κατηγορίες περί «λαϊκισμού», τις οποίες το Μαξίμου προσάπτει σε όποιον υποστηρίζει τις λαϊκές διεκδικήσεις:
«Είναι πολύ εύκολο να λες, εκ του ασφαλούς, για κάποια μέτρα, τόσο σημαντικά μέτρα, “too little, too late”, όταν δεν έχεις απαντήσει ποτέ σοβαρά, ούτε στο πόσα, ούτε στο πότε, ούτε στο από πού και ειδικά το «από πού» έχει σημασία: είναι χρήματα των Ελλήνων φορολογούμενων. Δεν είναι λεφτά που «φυτρώνουν» κάπου, ούτε έρχονται ως δια μαγείας στην Κυβέρνηση για να τα δώσει και τα μέτρα αυτά μπόρεσαν και ανακοινώθηκαν και δόθηκαν, γιατί η Κυβέρνηση αυτή ακολουθεί μια πολιτική που, ενώ μειώνει τους φορολογικούς συντελεστές, αυξάνει τα φορολογικά έσοδα και έχει αποθέματα και γιατί η Κυβέρνηση αυτή δεν άκουσε τις σειρήνες όλων των κομμάτων της αντιπολίτευσης από τότε που ξέσπασε μία ακόμα κρίση, να τα δώσει όλα και παραπάνω από αυτά τα οποία μπορούσε να δώσει από την αρχή. Ευτυχώς δεν τους ακούμε όλους αυτούς του μετώπου του λαϊκισμού και της πλειοδοσίας», ενώ υποστήριξε πως «αντιλαμβανόμαστε ότι πάντοτε χρειάζονται περισσότερα, αλλά οι ανακοινώσεις αυτές, θεωρώ ότι είναι ανακοινώσεις που ανακουφίζουν όσο το δυνατόν περισσότερο μπορούσαμε να το κάνουμε με βάση τις δημοσιονομικές αντοχές τους πολίτες».





