Πώς έγινε παράπλευρη απώλεια στη μάχη για τα ομόλογα
Η παρέμβαση του Σκοτ Μπέσεντ στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων δεν πέτυχε παρά να ρίξει τις αποδόσεις που είχαν εκτιναχθεί σε υψηλά πολλών ετών για μία ημέρα.
Σήμερα οι αποδόσεις ακολουθούν και πάλι την ανιούσα, ενώ έχει ανοίξει και ένα νέο μέτωπο. Όλο και περισσότεροι επενδυτές εκτιμούν ότι, εάν η αμερικανική κυβέρνηση συνεχίσει να παρεμβαίνει πιο ενεργά για να συγκρατεί τα μακροπρόθεσμα επιτόκια, το δολάριο μπορεί να εξελιχθεί στη «βαλβίδα εκτόνωσης» της πίεσης.
Αυτό ακριβώς καταγράφει το Bloomberg, με αναλυτές να προειδοποιούν ότι η προσπάθεια στήριξης της αγοράς ομολόγων μπορεί τελικά να μεταφέρει το πρόβλημα στο νόμισμα.
Διπλασιάζει τις αγορές ομολόγων
Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι θα τουλάχιστον διπλασιάσει τις προγραμματισμένες επαναγορές ομολόγων διάρκειας 10 έως 30 ετών, μετά την απότομη άνοδο του κόστους δανεισμού.
Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου είχε φτάσει σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2007, καθώς οι επενδυτές απαιτούν όλο και υψηλότερη αποζημίωση για να χρηματοδοτήσουν μια χώρα με διογκούμενο χρέος και μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα.
Η κίνηση του Μπέσεντ αποτελεί σημαντική απόκλιση από τη μακρόχρονη προσέγγιση του υπουργείου Οικονομικών, που στηριζόταν στην αρχή της «τακτικής και προβλέψιμης» διαχείρισης του χρέους.
Και αυτή ακριβώς η αλλαγή είναι που προκαλεί νευρικότητα.
«Το δολάριο είναι το μεγαλύτερο θύμα»
«Το δολάριο είναι σίγουρα το μεγαλύτερο θύμα», δήλωσε στο Bloomberg ο Τζέραλντ Γκαν, επικεφαλής επενδύσεων της Reed Capital στη Σιγκαπούρη.
Κατά την εκτίμησή του, ο Μπέσεντ επιχειρεί συνειδητά να πιέσει χαμηλότερα τα μακροπρόθεσμα πραγματικά επιτόκια, αποδεχόμενος παράλληλα την πιθανότητα ενός ασθενέστερου δολαρίου προκειμένου να στηριχθεί η οικονομία.
Η δική του απάντηση είναι σαφής: μεγαλύτερη διαφοροποίηση μακριά από το αμερικανικό νόμισμα.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Άντριου Κανομπί της Franklin Templeton.
Όπως σημειώνει, η αμερικανική κυβέρνηση ουσιαστικά στέλνει το μήνυμα ότι είναι διατεθειμένη «να θυσιάσει λίγη από τη δύναμη του δολαρίου» ώστε να κρατήσει υπό έλεγχο τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις.
«Κάτι πρέπει να λειτουργήσει ως βαλβίδα εκτόνωσης», λέει χαρακτηριστικά.
Από κρίση χρέους σε κρίση νομίσματος;
Η μεγαλύτερη ανησυχία είναι ότι οι ΗΠΑ προσπαθούν να αντιμετωπίσουν το σύμπτωμα χωρίς να λύνουν το πρόβλημα.
Η πίεση στις αποδόσεις δεν προέρχεται μόνο από μια προσωρινή αναταραχή στις αγορές. Συνδέεται με το αυξανόμενο αμερικανικό χρέος, τα μεγάλα ελλείμματα, τους φόβους για τον πληθωρισμό και την τεράστια προσφορά νέου χρέους τόσο από το Δημόσιο όσο και από μεγάλες επιχειρήσεις.
Ο Ρόμπιν Μπρουκς, senior fellow στο Brookings Institution, προειδοποιεί ότι το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών «παίζει με τη φωτιά».
Εάν η κυβέρνηση επιχειρήσει να περιορίσει τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις χωρίς να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες δημοσιονομικές ανισορροπίες, η πίεση μπορεί απλώς να μετακινηθεί.
Αντί για κρίση στην αγορά χρέους, λέει, θα μπορούσε να εμφανιστεί κρίση στο νόμισμα.
Ως προειδοποιητικό παράδειγμα αναφέρει την Ιαπωνία και τη μακροχρόνια αποδυνάμωση του γιεν.
Το δολάριο ήδη υποχωρεί
Οι αγορές έχουν αρχίσει να αντιδρούν.
Ο δείκτης του Bloomberg για το δολάριο υποχώρησε για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα, φτάνοντας σε χαμηλό τριών μηνών, μετά την πτώση 0,8% που είχε προηγηθεί.
Οι κινήσεις στην αγορά options δείχνουν επίσης ότι οι traders αύξησαν άμεσα τα στοιχήματα υπέρ περαιτέρω αποδυνάμωσης του αμερικανικού νομίσματος.
Το ευρώ και η στερλίνα συγκέντρωσαν ισχυρή ζήτηση, ενώ μεταξύ των μεγαλύτερων κερδισμένων βρέθηκαν το δολάριο Νέας Ζηλανδίας και το ελβετικό φράγκο.
Ο Μοχίτ Κουμάρ της Jefferies International εκτιμά ότι οποιαδήποτε μορφή ελέγχου των αποδόσεων είναι αρνητική για το δολάριο, με το αποτέλεσμα να μπορεί να αποτυπωθεί ιδιαίτερα σε εμπορεύματα και ασιατικά νομίσματα.
Η «θυσία» για να σωθούν οι αποδόσεις
Για τον Αμίρ Ανβαρζαντέχ της Asymmetric Advisors, η Ουάσιγκτον δεν επιδιώκει απαραίτητα να αποδυναμώσει το δολάριο.
Το βασικό της πρόβλημα είναι άλλο: να σταθεροποιήσει τις αποδόσεις των ομολόγων.
Αλλά, όπως το θέτει ο ίδιος, «το εξιλαστήριο θύμα είναι το δολάριο».
Το μήνυμα που λαμβάνουν οι αγορές είναι ότι η κυβέρνηση Τραμπ εμφανίζεται ολοένα πιο πρόθυμη να παρεμβαίνει σε αγορές που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ότι λειτουργούν με πολύ πιο περιορισμένη πολιτική καθοδήγηση.
Σε αυτό προστίθεται και η κατά καιρούς θετική στάση του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι σε ένα ασθενέστερο νόμισμα, το οποίο θα μπορούσε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των αμερικανικών εξαγωγών και να περιορίσει τα εμπορικά ελλείμματα.
Γιατί εκτινάχθηκαν οι αποδόσεις
Η πρόσφατη αναταραχή στην αγορά αμερικανικών ομολόγων έχει βαθύτερες αιτίες.
Οι επενδυτές ζητούν υψηλότερη απόδοση για να χρηματοδοτήσουν ένα Δημόσιο που χρειάζεται ολοένα περισσότερα κεφάλαια.
Ταυτόχρονα, οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό παραμένουν, ενώ στην αγορά υπάρχει αυξημένος ανταγωνισμός για κεφάλαια από ένα μεγάλο κύμα εταιρικού δανεισμού.
Οι τεχνολογικοί όμιλοι, ειδικά όσοι επενδύουν τεράστια ποσά σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και data centers, αντλούν επίσης μεγάλα ποσά από τις αγορές, αυξάνοντας την προσφορά ομολόγων και ασκώντας πρόσθετη ανοδική πίεση στις αποδόσεις.
Το μεγάλο ερώτημα της αποδολαριοποίησης
Το δολάριο έχει ακούσει πολλές φορές στο παρελθόν προβλέψεις για την παρακμή του και μέχρι σήμερα έχει αντέξει.
Η ποσοτική χαλάρωση της Fed, οι τεράστιες αγορές ομολόγων μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και, πιο πρόσφατα, οι εμπορικές εντάσεις της εποχής Τραμπ είχαν επίσης πυροδοτήσει συζητήσεις περί αποδολαριοποίησης.
Καμία από αυτές δεν κατάφερε να εκτοπίσει το αμερικανικό νόμισμα από την κυρίαρχη θέση του στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Και σήμερα υπάρχουν ακόμη ισχυρές δυνάμεις που το στηρίζουν.
Οι τεράστιες επενδυτικές ροές προς τις αμερικανικές μετοχές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη και οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου εξακολουθούν να λειτουργούν υπέρ του δολαρίου.
Ωστόσο, ο Μασαχίκο Λου της State Street Investment Management εκτιμά ότι οι τελευταίες κινήσεις της Ουάσιγκτον ενισχύουν το μακροπρόθεσμο επιχείρημα υπέρ της αποδολαριοποίησης.
Καθώς οι επενδύσεις σε AI και data centers εξαπλώνονται πέρα από τις ΗΠΑ, το εξαιρετικό πλεονέκτημα που απολαμβάνει σήμερα η αμερικανική οικονομία στην προσέλκυση κεφαλαίων θα μπορούσε σταδιακά να περιοριστεί.
Ποιοι μπορεί να κερδίσουν
Ο Σόκι Ομόρι της Deutsche Bank θεωρεί ότι το γιεν μπορεί να είναι ο μεγαλύτερος ωφελημένος στους επόμενους τρεις έως έξι μήνες.
Παράλληλα προτιμά τον χρυσό, το ελβετικό φράγκο και το ευρώ ως εναλλακτικές απέναντι στο δολάριο.
Και συνοψίζει το δίλημμα της Ουάσιγκτον με μία φράση που ίσως αποτυπώνει καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη το νέο ρίσκο:
«Το υπουργείο Οικονομικών μπορεί να αγοράσει πίσω τα ομόλογά του. Δεν μπορεί να αγοράσει πίσω το δολάριο».
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


