Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2026
ENQUIRE / NEWSROOM
Η ουσία της ημέρας.Χωρίς τον θόρυβο.
ΤώραΣτα νεκροταφεία της Βενετίας θα μπορούν να ενταφιάζονται πλέον τα κατοικίδια ζώα κοντά στους αποθανόντες ιδιοκτήτες τους
Αγροτικά

Σουσάµι, η καλλιέργεια που η νέα ΚΑΠ δεν πρέπει να αγνοήσει

Αγροτικά05.10.20261 λεπτό
Σουσάµι, η καλλιέργεια που η νέα ΚΑΠ δεν πρέπει να αγνοήσει



Σε µια Ελλάδα όπου το νερό εξελίσσεται σε σηµαντικό περιοριστικό παράγοντα της αγροτικής παραγωγής, οι υψηλές θερµοκρασίες γίνονται συχνότερες και µεγάλο µέρος των αναγκών µας σε αγροτικές πρώτες ύλες καλύπτεται από τρίτες χώρες, η νέα ΚΑΠ πρέπει να εξετάσει καλλιέργειες που µπορούν να δώσουν πραγµατικές απαντήσεις. Μία από αυτές είναι το σουσάµι.


Από τα εκατοντάδες χιλιάδες στρέµµατα στην επανεκκίνηση

Το σουσάµι δεν είναι µια «εξωτική» καλλιέργεια που επιχειρούµε σήµερα να εισαγάγουµε στην ελληνική γεωργία. Είναι µια παλιά ελληνική καλλιέργεια. Τη δεκαετία του 1970, σύµφωνα µε δηµοσιευµένα ιστορικά στοιχεία, οι εκτάσεις του στη χώρα είχαν φτάσει έως και τα 200.000–300.000 στρέµµατα.

Στη συνέχεια η καλλιέργεια περιορίστηκε δραµατικά. Σηµαντικό ρόλο έπαιξαν οι τεχνικές δυσκολίες των παραδοσιακών ποικιλιών, ιδιαίτερα στη συγκοµιδή. Με την ωρίµανση οι κάψες άνοιγαν και µέρος του σπόρου χανόταν στο χωράφι. Παράλληλα, η κατεύθυνση των αγροτικών ενισχύσεων της εποχής προς άλλες καλλιέργειες, χωρίς αντίστοιχη στήριξη για το σουσάµι, συνέβαλε στη δραµατική µείωση των καλλιεργούµενων εκτάσεων.

Τα τελευταία χρόνια η εικόνα αρχίζει να αλλάζει. Οι καλλιεργούµενες εκτάσεις έχουν ανέλθει περίπου στα 5.500 στρέµµατα. Πρόκειται ακόµη για µικρή έκταση σε σχέση µε το παρελθόν, αποτελεί όµως ήδη µια αξιοσηµείωτη παραγωγική βάση, µεγαλύτερη µάλιστα από εκείνη αρκετών νέων ή καινοτόµων καλλιεργειών που συζητούνται σήµερα.

Σηµαντική εξέλιξη αποτελούν οι σύγχρονες αδιάρρηκτες ποικιλίες, οι οποίες συγκρατούν τον σπόρο στην κάψα κατά την ωρίµανση και επιτρέπουν την απευθείας συγκοµιδή µε θεριζοαλωνιστική µηχανή. Ένα από τα βασικότερα ιστορικά προβλήµατα της καλλιέργειας αντιµετωπίζεται έτσι µέσω της γενετικής βελτίωσης, επιτρέποντας στο σουσάµι να ενταχθεί σε µια σύγχρονη µηχανοποιηµένη εκµετάλλευση χωρίς εντελώς νέο και δαπανηρό µηχανολογικό εξοπλισµό.

Παράλληλα, καταγράφεται αυξανόµενο ενδιαφέρον και από αγορές του εξωτερικού για σουσάµι ελληνικής προέλευσης. Οι διαθέσιµες ποσότητες είναι ακόµη µικρές, όµως το ενδιαφέρον αυτό δείχνει ότι, εφόσον διευρυνθεί η παραγωγική βάση, το ελληνικό σουσάµι µπορεί σταδιακά να αποκτήσει παρουσία και πέρα από την εγχώρια αγορά.


50–70% λιγότερο αρδευτικό νερό

Το σηµαντικότερο ίσως πλεονέκτηµα του σουσαµιού βρίσκεται στο νερό. Η µέχρι σήµερα εµπειρία από την καλλιέργεια στις συνθήκες της Θεσσαλίας δείχνει ότι µπορεί να χρησιµοποιεί 50–70% λιγότερο αρδευτικό νερό σε σχέση µε άλλες εαρινές αρδευόµενες καλλιέργειες, ανάλογα µε την περιοχή, το έδαφος και τις συνθήκες της καλλιεργητικής περιόδου.

Σε µια περίοδο κατά την οποία η διαθεσιµότητα νερού εξελίσσεται σε καθοριστικό παράγοντα για το µέλλον της ελληνικής γεωργίας και ιδιαίτερα της Θεσσαλίας, αυτή η διαφορά δεν µπορεί να θεωρείται δευτερεύουσα.

Το σουσάµι είναι παράλληλα φυτό θερµής εποχής, προσαρµοσµένο σε υψηλές θερµοκρασίες, ενώ διαθέτει ανεπτυγµένο ριζικό σύστηµα και µπορεί να συµβάλει θετικά στη δοµή του εδάφους.

Η εξοικονόµηση νερού πρέπει να µεταφράζεται σε πραγµατικά κίνητρα για τον αγρότη που επιλέγει καλλιέργειες µε χαµηλότερες απαιτήσεις άρδευσης.

Σχεδόν 40.000 τόνοι εισαγωγών κάθε χρόνο. Η Ελλάδα εισάγει περίπου 38.000–39.000 τόνους σουσαµιού ετησίως. Το 2024 οι εισαγωγές ξεπέρασαν τους 39.000 τόνους, µε αξία περίπου 82,5 εκατ. δολάρια.

Κάθε χρόνο, δηλαδή, δεκάδες εκατοµµύρια ευρώ φεύγουν από την ελληνική οικονοµία για την αγορά ενός προϊόντος το οποίο η χώρα καλλιεργούσε κάποτε σε εκατοντάδες χιλιάδες στρέµµατα και µπορεί να παράγει ξανά.

Και εδώ βρίσκεται µια σηµαντική διαφορά από πολλές άλλες εναλλακτικές καλλιέργειες: η αγορά δεν χρειάζεται να δηµιουργηθεί. Το σουσάµι αποτελεί βασική πρώτη ύλη για ταχίνι και χαλβά και χρησιµοποιείται ευρύτατα στην αρτοποιία και στη βιοµηχανία τροφίµων.


Κουλούρι Θεσσαλονίκης µε σουσάµι από την Αφρική;

Εδώ αποτυπώνεται χαρακτηριστικά η αντίφαση. Μιλάµε για το παραδοσιακό κουλούρι Θεσσαλονίκης, τον ελληνικό χαλβά και το ταχίνι, την ώρα που µεγάλο µέρος της βασικής τους πρώτης ύλης µπορεί να έχει διανύσει χιλιάδες χιλιόµετρα από χώρες της Αφρικής ή της Ασίας.

Κανείς δεν υποστηρίζει ότι η Ελλάδα µπορεί να αντικαταστήσει από τη µια µέρα στην άλλη το σύνολο των εισαγωγών. Ακόµη όµως και η σταδιακή κάλυψη ενός µέρους τους από ελληνική παραγωγή θα µπορούσε να κρατήσει σηµαντική προστιθέµενη αξία στην ελληνική περιφέρεια και να περιορίσει την εξάρτηση από τρίτες χώρες.


Ποιότητα, ασφάλεια και ελληνική προέλευση

Στην ευρωπαϊκή αγορά έχουν καταγραφεί κατά καιρούς ανακλήσεις ή απορρίψεις φορτίων σουσαµιού από τρίτες χώρες λόγω υπολειµµάτων φυτοπροστατευτικών ουσιών, µικροβιολογικών κινδύνων και άλλων ζητηµάτων ασφάλειας.

Μια οργανωµένη ελληνική παραγωγή µπορεί να προσφέρει γνωστή προέλευση, συγκεκριµένες ποικιλίες, καταγραφή των καλλιεργητικών επεµβάσεων και πλήρη ιχνηλασιµότητα από το χωράφι µέχρι τη βιοµηχανία.

Το ελληνικό σουσάµι δεν χρειάζεται εποµένως να ανταγωνιστεί τις τρίτες χώρες αποκλειστικά στη χαµηλότερη τιµή. Μπορεί να δηµιουργήσει αξία µέσα από την ποιότητα, την οµοιοµορφία, την ασφάλεια και την ευρωπαϊκή προέλευση.

Συµβολαιακή γεωργία και οργανωµένη παραγωγή

Για να αναπτυχθεί σωστά η καλλιέργεια, είναι σηµαντικό ο παραγωγός να γνωρίζει ότι υπάρχει οργανωµένη αγορά και δυνατότητα απορρόφησης της παραγωγής του. Η ανάπτυξη του ελληνικού σουσαµιού µπορεί να στηριχθεί στη συµβολαιακή γεωργία, µέσα από µια οργανωµένη σχέση µεταξύ παραγωγού, επιχείρησης και βιοµηχανίας.

Τα τελευταία χρόνια, η Ελληνικά Βιοκαύσιµα Α.Ε., µε έδρα τον Αλµυρό Μαγνησίας, αναπτύσσει στη Θεσσαλία συµβολαιακή καλλιέργεια σουσαµιού µέσω δικτύου συνεργαζόµενων παραγωγών, µε την παραγωγή να κατευθύνεται σε µεγάλη θεσσαλική βιοµηχανία για την παραγωγή ταχινιού, χαλβά και συναφών προϊόντων.

Μέσα από αυτό το µοντέλο, ο παραγωγός έχει σαφή εικόνα του κόστους καλλιέργειας και της τιµής διάθεσης του προϊόντος του και µπορεί να επικεντρωθεί σε αυτό που τελικά καθορίζει σε µεγάλο βαθµό το εισόδηµά του: την επίτευξη της καλύτερης δυνατής παραγωγής, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά.

Τα αποτελέσµατα είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Ύστερα από χρόνια δοκιµών στο χωράφι, αξιολόγησης γενετικού υλικού και προσαρµογής των καλλιεργητικών πρακτικών στις ελληνικές συνθήκες, έχει αποκτηθεί σηµαντική τεχνογνωσία και υπάρχει πλέον κατάλληλο γενετικό υλικό για την περαιτέρω ανάπτυξη της καλλιέργειας.

Μια καλλιέργεια που αξίζει θέση στη νέα ΚΑΠ

Το σουσάµι συνδυάζει χαµηλότερες ανάγκες σε αρδευτικό νερό, προσαρµογή στις υψηλές θερµοκρασίες, µηχανική συγκοµιδή και µια ήδη υφιστάµενη εγχώρια αγορά. Παράλληλα, η χώρα διαθέτει ιστορική εµπειρία από την παραγωγή του, ενώ σήµερα εισάγει σχεδόν 40.000 τόνους τον χρόνο.

Η αγορά πρέπει να αποτελεί τη βάση για τη µακροπρόθεσµη ανάπτυξη της καλλιέργειας. Η Πολιτεία, όµως, µέσα από τα κατάλληλα εργαλεία της νέας ΚΑΠ, µπορεί να στηρίξει την περαιτέρω ανάπτυξη του σουσαµιού και τη δηµιουργία της παραγωγικής βάσης που απαιτείται για µια οργανωµένη και ανταγωνιστική ελληνική αλυσίδα παραγωγής.

Μια τέτοια στήριξη θα πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς προϋποθέσεις και κανόνες, ώστε η ενίσχυση να κατευθύνεται στους αγρότες που καλλιεργούν και παράγουν πραγµατικά. Αυτή θα πρέπει άλλωστε να αποτελεί γενικότερη αρχή της νέας ΚΑΠ για όλες τις παραγωγικές καλλιέργειες: οι ενισχύσεις να στηρίζουν την πραγµατική παραγωγή και τον ενεργό παραγωγό.

Πριν από περίπου πενήντα χρόνια η Ελλάδα καλλιεργούσε εκατοντάδες χιλιάδες στρέµµατα σουσαµιού. Σήµερα δηµιουργείται ξανά µια παραγωγική βάση περίπου 5.500 στρεµµάτων, ενώ η χώρα εισάγει σχεδόν 40.000 τόνους τον χρόνο.

Η νέα ΚΑΠ είναι η ευκαιρία να αρχίσουµε να αντιστρέφουµε αυτή την εικόνα.