Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2026
ENQUIRE / NEWSROOM
Η ουσία της ημέρας.Χωρίς τον θόρυβο.
ΤώραΗΠΑ: Οι Δημοκρατικοί συγκεντρώνουν περισσότερα χρήματα από τους Ρεπουμπλικάνους, παρά τα εκατομμύρια του Μασκ
Top

Steven Zelich: Η υπόθεση με τις δύο γυναίκες που βρέθηκαν νεκρές σε βαλίτσες

Top16.10.20261 λεπτό
Tzein


Δύο βαλίτσες εγκαταλελειμμένες δίπλα σε έναν αγροτικό δρόμο στο Ουισκόνσιν, δύο γυναίκες που είχαν εξαφανιστεί σε διαφορετικές πολιτείες και ένας πρώην αστυνομικός που είχε βρεθεί στο μικροσκόπιο των αρχών πριν ακόμη ανακαλυφθούν οι σοροί.

Η υπόθεση που αποκαλύφθηκε τον Ιούνιο του 2014 εξελίχθηκε σε μια σύνθετη έρευνα, η οποία οδήγησε στην εξιχνίαση των δολοφονιών της 19χρονης Τζένι Γκάμεζ και της 37χρονης Λόρα Σάιμονσον.

Κομβικό ρόλο έπαιξαν ένα χαρακτηριστικό τατουάζ, γενετικό υλικό που εντοπίστηκε σε σχοινί και η διαδικτυακή ταυτότητα «Mrhandcuffs», πίσω από την οποία κρυβόταν ο Στίβεν Ζέλιτς, πρώην αστυνομικός στην ευρύτερη περιοχή του Μιλγουόκι.

Η υπόθεση επανήλθε στη δημοσιότητα μέσα από την εκπομπή ερευνητικής δημοσιογραφίας «20/20» του αμερικανικού δικτύου ABC News, το οποίο παρουσίασε τις μαρτυρίες των αστυνομικών που συμμετείχαν στην έρευνα και των συγγενών των θυμάτων. 

Η Τζένι Γκάμεζ, h 19χρονη από το Όρεγκον, ήταν μία από τις δύο γυναίκες που βρέθηκαν νεκρές σε βαλίτσες στο Ουισκόνσιν το 2014.

Οι δύο βαλίτσες που αποκάλυψαν το έγκλημα

Στις 5 Ιουνίου 2014, ανθρώπινα λείψανα εντοπίστηκαν μέσα σε δύο βαλίτσες που είχαν εγκαταλειφθεί κοντά σε αγροτικό δρόμο στην περιοχή της Τζενίβα, στην κομητεία Γουόλγουορθ του Ουισκόνσιν.
Ο πρώτος αστυνομικός που έφτασε στο σημείο άνοιξε μία από τις βαλίτσες και βρήκε το σώμα μιας γυναίκας σε προχωρημένη αποσύνθεση. Η γυναίκα ήταν γυμνή, δεμένη με σχοινί και το σώμα της βρισκόταν σε εμβρυϊκή στάση.

«Τίποτα δεν μπορεί να σε προετοιμάσει για αυτό που θα αντικρίσεις όταν ανοίγεις μια βαλίτσα και βρίσκεις μέσα ένα πτώμα», θυμήθηκε ο Έρικ Άντερσον, πρώην αστυνομικός της περιοχής.
Ο συνταξιούχος πλέον ντετέκτιβ Τζεφ Ρέκναγκελ, από το γραφείο του σερίφη της κομητείας Γουόλγουορθ, άνοιξε τη δεύτερη βαλίτσα. Μέσα υπήρχε μια μαύρη πλαστική σακούλα, από την οποία προεξείχε το χέρι μιας γυναίκας. Τα νύχια της ήταν βαμμένα ροζ, ενώ το σώμα της ήταν δεμένο με σχοινί και βρισκόταν σε κατάσταση προχωρημένης αποσύνθεσης.

Οι αρχές δεν είχαν στη διάθεσή τους στοιχεία που να αποκαλύπτουν άμεσα την ταυτότητα των γυναικών. Η κατάσταση των σορών δυσχέραινε σημαντικά την ιατροδικαστική εξέταση, με αποτέλεσμα οι ερευνητές να πρέπει να αναζητήσουν άλλους τρόπους ταυτοποίησης.
«Είχαμε μπροστά μας ένα εξαιρετικά δύσκολο έργο: πρώτα να διαπιστώσουμε ποιες ήταν οι γυναίκες, στη συνέχεια πώς πέθαναν και, τελικά, ποιος ευθυνόταν», ανέφερε ο Ρέκναγκελ στο ABC.

Tzein

Η Λόρα Σάιμονσον, h 37χρονη από το Φάρμινγκτον της Μινεσότα, δηλώθηκε ως αγνοούμενη τον Νοέμβριο του 2013

Η εξαφάνιση της μητέρας και το ξενοδοχείο που έδωσε την πρώτη απάντηση

Η μία από τις γυναίκες ήταν η Λόρα Σάιμονσον, 37 ετών, από το Φάρμινγκτον της Μινεσότα. Τον Νοέμβριο του 2013, μήνες πριν από τον εντοπισμό των βαλιτσών, εξαφανίστηκε υπό συνθήκες που προκάλεσαν ανησυχία στην οικογένειά της.
Νωρίτερα εκείνη τη χρονιά είχε χάσει τη 13χρονη κόρη της, Αλίσα, και αντιμετώπιζε προβλήματα ψυχικής υγείας. Όταν εξαφανίστηκε, άφησε το βαν της στην αυλή του σπιτιού της μητέρας της. Στο εσωτερικό βρίσκονταν το κινητό τηλέφωνο, η τσάντα και τα φάρμακά της, καθώς και ένα σημείωμα με οδηγίες για τη διαχείριση του οχήματος και των προσωπικών της αντικειμένων.

Η Σάιμονσον είχε άλλα έξι παιδιά. Οι δικοί της άνθρωποι δυσκολεύονταν να πιστέψουν ότι είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει οικειοθελώς την οικογένειά της.
«Τα παιδιά της ήταν η ζωή της. Δεν θα τα είχε αφήσει ποτέ από δική της επιλογή», ανέφερε η παιδική της φίλη, Κριστίν Σκάουτον.
Ο αστυνομικός του Φάρμινγκτον Λι Χόλατζ, που ερευνούσε την εξαφάνιση, εξέδωσε συναγερμό σε επίπεδο πολιτείας. Μια απρόσμενη πληροφορία από υπάλληλο ξενοδοχείου έδωσε νέα κατεύθυνση στην έρευνα.

Η υπάλληλος, Κρίστι Μποντούνοφ, αναγνώρισε τη Σάιμονσον ως γυναίκα που είχε διαμείνει στο ξενοδοχείο με έναν άνδρα λίγες εβδομάδες νωρίτερα. Ο άνδρας τής είχε προκαλέσει έντονη δυσφορία.

«Υπάρχουν άνθρωποι που συναντάς και σου σηκώνεται η τρίχα στον αυχένα. Αυτός ήταν ένας από αυτούς», περιέγραψε.
Οι αστυνομικοί δεν είχαν διαθέσιμο το βίντεο από την άφιξη του ζευγαριού, όμως εντόπισαν την κάρτα εγγραφής με την υπογραφή της Σάιμονσον. Το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας κατά την αναχώρηση έδειχνε τον άνδρα να φεύγει μόνος του.
Το ερώτημα ήταν πλέον ποιος ήταν και τι είχε συμβεί στη γυναίκα.

Zelits

Ο Στίβεν Ζέλιτς κατηγορήθηκε για τους θανάτους της Τζένι Γκάμεζ και της Λόρα Σάιμονσον.

Το διαδικτυακό ψευδώνυμο που αποκάλυψε τον πρώην αστυνομικό

Καθώς οι έρευνες προχωρούσαν, ένας φίλος της Σάιμονσον ενημέρωσε τους αστυνομικούς ότι εκείνη συμμετείχε σε διαδικτυακή κοινότητα γνωριμιών BDSM, που σχετίζεται με πρακτικές δεσμεύσεων και κυριαρχίας ή υποταγής.

Επικοινωνούσε με έναν χρήστη που εμφανιζόταν με το ψευδώνυμο «Mrhandcuffs».
Ο φίλος αναζήτησε ο ίδιος περισσότερες πληροφορίες και κατάφερε να αποκαλύψει την πραγματική ταυτότητα του χρήστη: ήταν ο Στίβεν Ζέλιτς.
Η έρευνα του Χόλατζ αποκάλυψε μια ακόμη αναπάντεχη λεπτομέρεια.

Ο Ζέλιτς είχε υπηρετήσει ως αστυνομικός στο Γουέστ Άλις, προάστιο της ευρύτερης περιοχής του Μιλγουόκι.
Το 2001 είχε παραιτηθεί από το αστυνομικό σώμα, έπειτα από πολλαπλές καταγγελίες ότι είχε καταχραστεί την εξουσία του για να εκφοβίσει και να παρενοχλήσει γυναίκες.

Ο ίδιος είχε αρνηθεί οποιαδήποτε παρανομία.
Ο Χόλατζ ζήτησε από αστυνομικούς του Γουέστ Άλις να επισκεφθούν τον Ζέλιτς στο σπίτι του. Δεν εντόπισαν, ωστόσο, κανένα ίχνος της εξαφανισμένης γυναίκας.
Τον Μάρτιο του 2014, το FBI και η αστυνομία της πολιτείας του Ουισκόνσιν συμμετείχαν στην έρευνα και ανέκριναν τον πρώην αστυνομικό. Εκείνος έδωσε οικειοθελώς δείγμα DNA, αλλά αρνήθηκε ότι είχε συναντήσει ποτέ τη Σάιμονσον.

Εκείνη τη στιγμή, οι αρχές δεν διέθεταν επαρκή στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι είχε διαπραχθεί έγκλημα από τον Ζέλιτς. Η έρευνα για την εξαφάνιση παρέμεινε χωρίς ουσιαστική εξέλιξη, μέχρι την ανακάλυψη των δύο βαλιτσών τον Ιούνιο.

Το τατουάζ και το DNA που έλυσαν την υπόθεση

Όταν οι ερευνητές του Ουισκόνσιν ενημερώθηκαν για την εξαφάνιση της Σάιμονσον στη γειτονική Μινεσότα, άρχισαν να εξετάζουν το ενδεχόμενο να συνδέεται με μία από τις δύο σορούς.
Ένα χαρακτηριστικό τατουάζ στον αστράγαλό της, με μια καρδιά και το όνομα της κόρης της, Αλίσα, αποτέλεσε ένα από τα στοιχεία που βοήθησαν στην ταυτοποίησή της.
Η δεύτερη γυναίκα ήταν η Τζένι Γκάμεζ, 19 ετών, από το Κότατζ Γκρόουβ του Όρεγκον. Η ταυτότητά της συνδέθηκε με την έρευνα μέσω των στοιχείων που συγκέντρωσαν οι αρχές και της ομολογίας του Ζέλιτς.
Παράλληλα, οι εργαστηριακές εξετάσεις έδωσαν ένα κρίσιμο εύρημα: DNA που ανακτήθηκε από το σχοινί με το οποίο ήταν δεμένο το δεύτερο θύμα ταυτοποιήθηκε με τον Ζέλιτς.
Ο πρώην αστυνομικός κλήθηκε ξανά για ανάκριση και τελικά συνελήφθη. Αυτή τη φορά, η έρευνα είχε πλέον συγκεκριμένα στοιχεία που τον συνέδεαν με τις δύο νεκρές γυναίκες.

Οι ισχυρισμοί του Ζέλιτς και οι δύο δολοφονίες

Κατά την ανάκρισή του, ο Ζέλιτς ομολόγησε ότι είχε σκοτώσει και τις δύο γυναίκες. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι οι θάνατοι προκλήθηκαν κατά λάθος στη διάρκεια σεξουαλικών επαφών που περιλάμβαναν περιορισμό της αναπνοής, πρακτική γνωστή ως «breath play».
Σύμφωνα με όσα περιέγραψε στους ερευνητές, είχε γνωρίσει την Γκάμεζ μέσω διαδικτυακής πλατφόρμας γνωριμιών. Η 19χρονη πέθανε το 2012, κατά τη διάρκεια συνάντησής τους σε ξενοδοχείο στην κομητεία Κενόσα του Ουισκόνσιν.

Ο Ζέλιτς ισχυρίστηκε ότι ο θάνατός της ήταν ακούσιος. Στη συνέχεια, έκρυψε τη σορό της και την κράτησε στο ψυγείο του για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν τη μεταφέρει μαζί με τη σορό της Σάιμονσον στο αυτοκίνητό του.

Τον Νοέμβριο του 2013, είχε συναντήσει τη Σάιμονσον σε ξενοδοχείο στο Ρότσεστερ της Μινεσότα. Σύμφωνα με την ομολογία του, εκείνη πέθανε επίσης κατά τη διάρκεια σεξουαλικής επαφής που περιλάμβανε περιορισμό της αναπνοής.

Οι ισχυρισμοί του ότι οι θάνατοι ήταν ατυχήματα δεν τον απάλλαξαν από την ποινική ευθύνη.

Καθώς ανέβαινε η θερμοκρασία, ένας συνάδελφός του παρατήρησε έντονη δυσοσμία κοντά στο αυτοκίνητό του. Ο Ζέλιτς ανέφερε στους ερευνητές ότι πανικοβλήθηκε και αποφάσισε να απομακρύνει τις σορούς, τις οποίες είχε τοποθετήσει σε βαλίτσες.
Τελικά, τις εγκατέλειψε δίπλα στον αγροτικό δρόμο όπου εντοπίστηκαν τον Ιούνιο του 2014.

Οι καταδίκες και η συνολική ποινή των 70 ετών

Αρχικά, ο Ζέλιτς δήλωσε αθώος στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε. Η υπόθεση, ωστόσο, κατέληξε σε δύο ξεχωριστές ποινικές διαδικασίες, καθώς οι γυναίκες είχαν χάσει τη ζωή τους σε διαφορετικές πολιτείες.

Το 2016 δήλωσε ένοχος για ανθρωποκτονία πρώτου βαθμού από αμέλεια με χρήση επικίνδυνου όπλου, για τον θάνατο της Τζένι Γκάμεζ, καθώς και για απόκρυψη σορού. Καταδικάστηκε σε 35 χρόνια φυλάκισης, ενώ του επιβλήθηκαν και 10 χρόνια διευρυμένης επιτήρησης μετά την έκτιση της ποινής.

Το 2017 δήλωσε ένοχος για φόνο δευτέρου βαθμού για τον θάνατο της Λόρα Σάιμονσον στη Μινεσότα. Για την υπόθεση αυτή καταδικάστηκε σε επιπλέον 25 χρόνια φυλάκισης. Την ίδια χρονιά, του επιβλήθηκαν άλλα 10 χρόνια για δύο κατηγορίες απόκρυψης σορού στο Ουισκόνσιν.

Οι ποινές για τις ανθρωποκτονίες ανήλθαν συνολικά σε 60 χρόνια, ενώ οι επιπλέον ποινές για την απόκρυψη των σορών οδήγησαν σε συνολική επιβάρυνση 70 ετών φυλάκισης.
Το 2020, εφετείο του Ουισκόνσιν εξέτασε προσφυγή του Ζέλιτς σχετικά με την προσπάθειά του να ανακαλέσει την ομολογία ενοχής στην υπόθεση της Γκάμεζ. Το δικαστήριο έκρινε ότι έπρεπε να του δοθεί πλήρης αποδεικτική ακρόαση για τους ισχυρισμούς του σχετικά με τη νομική εκπροσώπησή του και ανέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω διαδικασία. Η απόφαση αυτή αφορούσε τη διαδικασία εξέτασης της προσφυγής και δεν ισοδυναμούσε από μόνη της με ακύρωση της καταδίκης του. 

Οι οικογένειες που συνεχίζουν να ζουν με την απώλεια

Η εξιχνίαση των δύο δολοφονιών έδωσε απαντήσεις στις οικογένειες των θυμάτων, χωρίς όμως να απαλύνει την απώλειά τους.
Η Αμάντα Ντουρόν, θετή αδελφή της Γκάμεζ, περιέγραψε πόσο βαθιά άλλαξε η ζωή των συγγενών της μετά τον θάνατο της 19χρονης.
«Όταν χάνεις κάποιον τόσο κοντινό σου, όπως την αδελφή σου, η ζωή σου δεν θα είναι ποτέ ξανά η ίδια», ανέφερε στην εκπομπή «20/20». «Θα υπάρχει πάντα ένα παζλ από το οποίο θα λείπει ένα κομμάτι».
Η Νίκι Κάρλσον, αδελφή της Σάιμονσον, είπε ότι δεν περνά ημέρα χωρίς να σκέφτεται τη γυναίκα που έχασε.

«Την αγαπώ και μου λείπει κάθε μέρα», ανέφερε.
Η υπόθεση ανέδειξε, παράλληλα, τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσουν οι αρχές όταν μια εξαφάνιση δεν συνοδεύεται εξαρχής από σαφή στοιχεία εγκληματικής ενέργειας. Στην προκειμένη περίπτωση, η διασταύρωση πληροφοριών από διαφορετικές πολιτείες, η αξιοποίηση ψηφιακών στοιχείων και η εργαστηριακή ανάλυση γενετικού υλικού ήταν εκείνα που συνέδεσαν δύο φαινομενικά ασύνδετες εξαφανίσεις και οδήγησαν τον δράστη στη δικαιοσύνη.

Μετάφραση/Επιμέλεια: Αντώνης Ζήβας

Πηγή: skai.gr