Θανάσης Βέγγος – 15 χρόνια χωρίς τον «καλό μας άνθρωπο»
Ο Θανάσης Βέγγος, ο λαϊκός ήρωας που απέδωσε με την μεγαλύτερη ευκρίνεια τον Έλληνα «πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη», τον γκαφατζή, τον άνθρωπο για όλες τις δουλειές, που εξέπεμπε την καλοσύνη, ένα κράμα των κορυφαίων κωμικών παγκοσμίως, έχει μείνει ως «ο άνθρωπος που έτρεχε πολύ». Το σωστό θα ήταν ο άνθρωπος που πάντα έτρεχε. Κι αυτό γιατί έτρεχε, αρχικά, για να ξεφύγει από τις διώξεις, το σκληρό κράτος της μετεμφυλιακής Ελλάδας, τη Μακρόνησο, στη συνέχεια για το μεροκάματο και να ξεφύγει από την φτώχεια.
Γεννημένος στις 29 Μαΐου στον Πειραιά, ο Βέγγος έζησε από νωρίς τις δυσκολίες μιας ταραγμένης εποχής. Η εξορία του στη Μακρόνησο σημάδεψε καθοριστικά τη ζωή του, διαμορφώνοντας έναν άνθρωπο λιτό, ανθεκτικό και βαθιά ανθρώπινο.
Αυτές οι εμπειρίες δεν έμειναν εκτός της τέχνης του. Αντίθετα, έγιναν η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο προσέγγισε τους ρόλους του – με ειλικρίνεια, ευαισθησία και χωρίς ίχνος επιτήδευσης.

Στο στρατόπεδο της Μακρονήσου ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με το θέατρο, παρακολουθώντας τον Μάνο Κατράκη να παίζει. Ο ίδιος προσπάθησε να ενταχθεί στη θεατρική ομάδα που λειτουργούσε εκεί, ωστόσο απορρίφθηκε, καθώς δεν είχε καμία προηγούμενη επαφή με καλλιτεχνικές σπουδές.

Κάπως έτσι, μέσα σε εκείνες τις δύσκολες συνθήκες, ήρθε κοντά με τον Νίκο Κούνδουρο, που βρισκόταν επίσης στο στρατόπεδο. Ο Κούνδουρος διέκρινε την έντονη κινητικότητά του και σχεδόν αυθόρμητα, άρχισαν να «παίζουν» για πλάκα – μια πρώτη, ανεπίσημη επαφή με την υποκριτική που έμελλε να αποδειχθεί καθοριστική.
Όπως είχε πει αργότερα ο ίδιος ο Βέγγος, με τη χαρακτηριστική του αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Έπαιρνα το μικρόφωνο, έκανα αστεία, μιμήσεις και γελούσαν όλοι. Από πού κι ως πού αστείος εγώ; Αναρωτιόμουν μέσα μου…»
Η αρχή μιας μοναδικής πορείας
Η πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο ήρθε μέσα από τη συνεργασία με τον Νίκο Κούνδουρο στην ταινία «Μαγική Πόλις». Χωρίς θόρυβο και χωρίς την τυπική πορεία ενός σταρ, ο Βέγγος άρχισε σταδιακά να ξεχωρίζει, εξελισσόμενος σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές του ελληνικού κινηματογράφου.
Το φαινόμενο Βέγγος
Το τρέξιμο έγινε σήμα κατατεθέν του. Όχι απλώς ως κινησιολογία, αλλά ως σύμβολο: της αγωνίας, της προσπάθειας, της καθημερινής μάχης του «μικρού» ανθρώπου.

Οι χαρακτήρες του ήταν συχνά αδέξιοι αλλά επίμονοι, αφελείς αλλά καλοπροαίρετοι. Και κάπως έτσι, το «καλοί μου άνθρωποι» δεν έμεινε μια απλή ατάκα – έγινε στάση ζωής, μια φράση που συμπύκνωνε τη σχέση του με το κοινό.
Ένα μότο που έμεινε
Λίγες φράσεις κατάφεραν να περάσουν τόσο βαθιά στη συλλογική συνείδηση. Το «καλοί μου άνθρωποι» δεν ήταν απλώς προσφώνηση – ήταν ο τρόπος του να επικοινωνεί.
Μια τυχαία συνάντηση με έναν θεατή στάθηκε καθοριστική για τον ίδιο τον Θανάση Βέγγο. Ένας άνδρας τον πλησίασε και με απλότητα, του είπε: «Καλέ μου άνθρωπε, σ’ ευχαριστώ για τις ταινίες και για το γέλιο που μας χαρίζεις. Όταν σε βλέπω στον κινηματογράφο, ξαλαφρώνω για τρεις μέρες από τις έννοιες μου».

Και έτσι την υιοθέτησε, γιατί ταίριαζε απόλυτα με τη στάση ζωής του. Για τον Θανάση Βέγγο δεν ήταν ποτέ μια απλή ατάκα, αλλά μια αυθόρμητη ανάγκη να απευθυνθεί στους άλλους με καλοσύνη. Και κάπως έτσι, η φράση πέρασε από την πραγματική ζωή στις ταινίες του – και από εκεί στο συλλογικό λεξιλόγιο. Έγινε η υπογραφή του. Όχι ως ατάκα, αλλά ως στάση.
Ο καθρέφτης μιας κοινωνίας
Από το «Τρελός… και πάσης Ελλάδος» μέχρι το «Θου-Βου: Φαλακρός πράκτωρ» και τον «Πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη», οι ταινίες του Θανάση Βέγγου δεν ήταν απλώς κωμωδίες. Ήταν ο καθρέφτης μιας κοινωνίας. Πίσω από το γέλιο υπήρχαν η ανασφάλεια, η μοναξιά, η αγωνία της επιβίωσης – στοιχεία που έκαναν τους ρόλους του διαχρονικούς και βαθιά ανθρώπινους. Ο Βέγγος κατάφερε να χτίσει μία μοναδική και ξεχωριστή περσόνα, με το μικρό του όνομα, δεν «έπαιζε» απλώς έναν ρόλο.
Έχτισε μια περσόνα που δεν απείχε από τον ίδιο του τον εαυτό. Στις ταινίες του, ο Θανάσης Βέγγος ήταν πάντα, με έναν τρόπο, ο ίδιος άνθρωπος – καλοπροαίρετος, αγχωμένος, τρυφερός, ένας ήρωας που παλεύει να τα βγάλει πέρα.

Μέσα στην τεράστια φιλμογραφία του, που έχει γράψει τη δική της ιστορία στον ελληνικό κινηματογράφο, ξεχωρίζουν και ατάκες που έμειναν. Σύντομες, άμεσες, σχεδόν λαϊκές – όπως το χαρακτηριστικό «Ξέρεις από βέσπα;», που πέρασε στην ποπ κουλτούρα και έγινε μέρος της καθημερινής γλώσσας.
Και στο δραματικό πεδίο
Ο Βέγγος απέδειξε ότι μπορούσε να κινηθεί με την ίδια δύναμη και στο δραματικό πεδίο. Η συνεργασία του με τον Θοδωρή Αγγελόπουλο στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» αποκάλυψε μια διαφορετική διάσταση της υποκριτικής του.
Η φράση του από την ταινία, στην ξεχωριστή σκηνή με το αυτοκίνητο στο χιόνι:«Η Ελλάδα πεθαίνει. Πεθαίνουμε σαν λαός. Κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα. Και πεθαίνουμε…. Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα. Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο» – παραμένει από τις πιο δυνατές στιγμές του ελληνικού κινηματογράφου, λειτουργώντας ως σχόλιο που ξεπερνά την εποχή του.
Η τελευταία εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη
Μακριά από τη λάμψη της «σταρ» εικόνας, ο Βέγγος ήταν γνωστός για τη σεμνότητα και την εργατικότητά του. Δούλευε ασταμάτητα, χωρίς να χάνει την επαφή με την πραγματικότητα και το κοινό του. Δεν επεδίωξε ποτέ να φανεί μεγαλύτερος από αυτό που ήταν – και ίσως γι’ αυτό έγινε τελικά κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Η τελευταία του εμφάνιση στη μεγάλη οθόνη ήρθε το 2009, στην ταινία «Ψυχή Βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη, κλείνοντας έναν κύκλο δεκαετιών στον κινηματογράφο.
Ο Βέγγος είχε έντονη παρουσία και στην τηλεόραση, με συμμετοχές σε σειρές όπως «Βεγγαλικά», «Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης», «Περί ανέμων και υδάτων», «Έρωτας, όπως έρημος», «Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου» και «Η Θεσσαλονίκη της νοσταλγίας μας». Στην προσωπική του ζωή, στάθηκε διακριτικός. Ήταν παντρεμένος με την Ασημίνα Βέγγου, με την οποία απέκτησε δύο γιους και μοιράστηκε μια κοινή πορεία ζωής μέχρι το τέλος.
Δεκαπέντε χρόνια μετά, οι ταινίες του συνεχίζουν να προβάλλονται, να αναπαράγονται και να συγκινούν. Νέες γενιές τον ανακαλύπτουν, βρίσκοντας στους ρόλους του κάτι αυθεντικό – μια αλήθεια που δύσκολα συναντά κανείς σήμερα. Σε μια εποχή πιο γρήγορη και συχνά πιο σκληρή, η παρουσία του μοιάζει ακόμη πιο απαραίτητη.

«Ο καλός μας άνθρωπος»
Ο Θανάσης Βέγγος (Νέο Φάληρο, 29 Μαΐου 1927 – Αθήνα, 3 Μαΐου 2011) ήταν Έλληνας κωμικός ηθοποιός του κινηματογράφου και του θεάτρου, σκηνοθέτης και ιδρυτής της εταιρείας κινηματογραφικών παραγωγών ΘΒ Ταινίες Γέλιου.

Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Βέγκος και όπως είχε πει, το έγραφε με «γγ» όταν έγινε ηθοποιός γιατί φαινόταν καλύτερα στο μάτι. Έχει παίξει σε 126 ταινίες, σε 52 από τις οποίες ως πρωταγωνιστής και έχει σκηνοθετήσει (πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα) ακόμη επτά ταινίες. Θεωρείται ένας από τους πιο δημοφιλείς κωμικούς του ελληνικού κινηματογράφου. Μέχρι και το τέλος της ζωής του συνέχιζε να εμφανίζεται σε ταινίες, στην τηλεόραση και το θέατρο. Έχει μείνει γνωστός ως «ο καλός μας άνθρωπος».

Οικογένεια
Γεννήθηκε στο Νέο Φάληρο, μοναχογιός του Βασίλη και της Ευδοκίας Βέγκου, το γένος Σμυρνή, με καταγωγή από το χωριό Θολάρια Αμοργού. Ο πατέρας του εργαζόταν στην Εταιρεία Ηλεκτρισμού, ενώ ήταν και ήρωας της αντίστασης. Μετά τον πόλεμο εκδιώχθηκε από τη δουλειά του εξαιτίας των πολιτικών του φρονημάτων. Η απόλυση προκάλεσε σοβαρό οικονομικό πρόβλημα στην οικογένεια του Θανάση, κάτι που τον ανάγκασε να ριχτεί στον αγώνα για το μεροκάματο. Κυριότερη, μεταξύ των επαγγελμάτων με τα οποία ασχολήθηκε, ήταν η απασχόλησή του σε επεξεργασίες δερμάτων. Παράλληλα έκανε μικροθελήματα στη γειτονιά.

Εξορία και πρώτα βήματα
Τα χρόνια 1948-1950 υπηρέτησε τη θητεία του ως «ανεπιθύμητος» στρατιώτης στη Μακρόνησο, όπου γνωρίστηκε με τον μετέπειτα γνωστό σκηνοθέτη Νίκο Κούνδουρο. Αυτή η γνωριμία οδήγησε στην πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο, το 1954, στην ταινία Μαγική Πόλη του Κούνδουρου.

Για τα επόμενα πέντε χρόνια έπαιξε μικρούς ρόλους, εργαζόμενος και ως φροντιστής στα κινηματογραφικά πλατό. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε σε μερικές από τις πιο ιστορικές ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου, όπως Ο δράκος, Διακοπές στην Αίγινα, Μανταλένα, Ο Ηλίας του 16ου, Ποτέ την Κυριακή. Ο πρώτος του μεγάλος ρόλος είναι μαζί με τον Νίκο Σταυρίδη στην ταινία Περιπλανώμενοι Ιουδαίοι του 1959. Τον ίδιο καιρό, πήρε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ηθοποιού ως εξαιρετικό ταλέντο με εξετάσεις σε ειδική επιτροπή. Η πρώτη του θεατρική παράσταση ήταν στην επιθεώρηση «Ομόνοια πλατς-πλουτς», δίπλα στους Νίκο Ρίζο και Γιάννη Γκιωνάκη, επίσης το 1959.

Κινηματογράφος – τηλεόραση
Τα επόμενα χρόνια, συνεργαζόμενος κυρίως με τον σκηνοθέτη Πάνο Γλυκοφρύδη, αναπτύσσει τον τύπο του νευρικού, αεικίνητου τύπου, που τον καθιέρωσε και αρχίζει να γίνεται δημοφιλής. Με ταινίες όπως Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, Μην είδατε τον Παναή, Ζήτω η τρέλα!, Πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, καθιερώνεται στη συνείδηση του κοινού. Το 1964, σε αναζήτηση καλλιτεχνικής ελευθερίας, ίδρυσε τη δική του εταιρεία παραγωγής ΘΒ-Ταινίες Γέλιου. Την περίοδο 1965-1969, συνεργαζόμενος με τον Πάνο Γλυκοφρύδη και τον Ερρίκο Θαλασσινό, αλλά και σκηνοθετώντας ο ίδιος κάποιες φορές, γύρισε τις καλύτερες κατά γενική ομολογία ταινίες του, όπως τις Βοήθεια! Ο Βέγγος φανερός πράκτωρ 000, Τρελός, παλαβός και Βέγγος, Ποιος Θανάσης;, που τις χαρακτηρίζουν το σουρεαλιστικό χιούμορ, ο αυτοσχεδιασμός και η πηγαία ερμηνεία. Παρά την εμπορική και καλλιτεχνική τους επιτυχία, οι ταινίες αυτές οδηγούν την εταιρεία του Βέγγου σε κλείσιμο και τον ίδιο σε οικονομική καταστροφή, από την οποία θα συνέλθει μόνο μετά από πολλά χρόνια. Η καριέρα του συνεχίζεται με τον σκηνοθέτη Ντίνο Κατσουρίδη, ενώ η δημοτικότητά του παραμένει σταθερή κι οδηγεί στην αποθέωσή του από τον κόσμο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης του 1971, όπου η ταινία Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση; αποσπά τα βραβεία κριτικών και κοινού. Άλλη σημαντική ταινία αυτής της περιόδου είναι Ο Θανάσης στη χώρα της σφαλιάρας του 1976. Η θεματολογία των ταινιών του μετατοπίζεται προς την κοινωνική κριτική, ενώ το 1983 σταματά για λίγα χρόνια να κάνει κινηματογράφο. Τη δεκαετία του 1980 ασχολείται με το γύρισμα έξι βιντεοταινιών και της τηλεοπτικής σειράς Βεγγαλικά, που, μετά από προσπάθειες πολλών ετών, προβλήθηκε τελικά στην τηλεόραση το 1988. Το 1990 εμφανίστηκε στη σειρά του ΑΝΤ1 Αστυνόμος Θανάσης Παπαθανάσης.

Η επιστροφή του στον κινηματογράφο γίνεται το 1991 με την ταινία Ήσυχες μέρες του Αυγούστου του Παντελή Βούλγαρη. Η ερμηνεία του έχει πια διαφοροποιηθεί, είναι χαμηλών τόνων αλλά μεγάλης εκφραστικότητας, με κορυφαία στιγμή το ρόλο του στην ταινία Όλα είναι δρόμος του 1998. Την περίοδο αυτή εμφανίστηκε επίσης στην Επίδαυρο, το 1997, στον ρόλο του Δικαιόπολη στους Αχαρνής και το 2001 στην Ειρήνη του Αριστοφάνη με μεγάλη επιτυχία. Το 2000, σχεδόν πενήντα χρόνια μετά την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση, ο Θανάσης Βέγγος κράτησε έναν από τους βασικούς ρόλους στην τηλεοπτική σειρά Περί ανέμων και υδάτων. Η τελευταία κινηματογραφική συμμετοχή του ήταν στην ταινία Το πέταγμα του κύκνου που προβλήθηκε το 2010.

Προσωπική ζωή και θάνατος
Την εποχή που γυριζόταν Ο δράκος παντρεύτηκε τη Μίνα (Ασημίνα) Καρύδη (1930–2023) με την οποία ήταν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής του. Απέκτησαν δύο γιους, τον Βασίλη (γενν. 1959) και τον Χάρη (γενν. 1965).
Σύμφωνα με τον πρωτότοκο γιο του, Βασίλη, ο Θανάσης Βέγγος «έκανε παρέα με τον Δημήτρη Νικολαΐδη, τη Σούλη Σαμπάχ, τον Γιώργο Λαζαρίδη, τον Πάνο Γλυκοφρύδη και τον Ντίνο Κατσουρίδη. Γενικά θεωρούσε το καλλιτεχνικό κύκλωμα λίγο περίεργο και αισθανόταν σαν ψάρι έξω από το νερό».
Ο Θανάσης Βέγγος από τις 19 Δεκεμβρίου 2010 νοσηλευόταν στην εντατική μονάδα του νοσοκομείου Ερυθρός Σταυρός λόγω εγκεφαλικού επεισοδίου. Απεβίωσε στις 3 Μαΐου 2011, λίγο πριν συμπληρώσει τα 84 χρόνια του. Η νεκρώσιμος ακολουθία εψάλη στον Ιερό Ναό της Αγίας Μαρίνας στο Θησείο στις 4 Μαΐου, με παρουσία πολλών επισήμων και φίλων. Τάφηκε στην Αμοργό, τόπο καταγωγής της μητέρας του και της γιαγιάς του.
Photos: Αρχείο Finosfilm
Επιμέλεια: Γιώργος Κουλουβάρης
[email protected]
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.


