Το δίκαιο της Ένωσης δεν εμποδίζει κανένα κράτος μέλος να απαγορεύει ορισμένες διαδικτυακές υπηρεσίες που σε άλλα κράτη μέλη επιτρέπονται και να επιβάλλει τις προβλεπόμενες αστικές συνέπειες της απαγόρευσης αυτής
ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ
ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ ΤΥΠΟΥ αριθ. 53/26
Λουξεμβούργο, 16 Απριλίου 2026
Απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-440/23 | European Lotto and Betting και Deutsche Lotto- und Sportwetten
Διαδικτυακά τυχερά παίγνια: το δίκαιο της Ένωσης δεν εμποδίζει κανένα κράτος μέλος να απαγορεύει ορισμένες διαδικτυακές υπηρεσίες που σε άλλα κράτη μέλη επιτρέπονται και να επιβάλλει τις προβλεπόμενες αστικές συνέπειες της απαγόρευσης αυτής
Ο καταναλωτής μπορεί να ζητήσει από επιχειρηματίες εγκατεστημένους σε άλλο κράτος μέλος την επιστροφή των ποσών που έχασε παίζοντας, εφόσον τα επίμαχα τυχερά παίγνια ήταν απαγορευμένα στο κράτος μέλος της κατοικίας του
Δύο εταιρίες εγκατεστημένες στη Μάλτα, οι οποίες έχουν λάβει άδεια από τη μαλτέζικη αρχή τυχερών παιγνίων, παρέχουν υπηρεσίες εικονικών παιγνιομηχανημάτων και διαδικτυακού στοιχηματισμού επί των αποτελεσμάτων κληρώσεων λαχειοφόρων αγορών. Οι υπηρεσίες τους ήταν προσβάσιμες και στη Γερμανία. Μεταξύ Ιουνίου 2019 και Ιουλίου 2021, ένας παίκτης που διέμενε στη Γερμανία έκανε χρήση των υπηρεσιών αυτών και έχασε πολλά από τα ποσά τα οποία έπαιξε.
Κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, το γερμανικό δίκαιο απαγόρευε κατ’ αρχήν τη διεξαγωγή διαδικτυακών τυχερών παιγνίων. Μόνον περιορισμένες δραστηριότητες επιτρέπονταν, όπως ο αθλητικός και ιπποδρομιακός στοιχηματισμός καθώς και οι λαχειοφόροι αγορές συγκεκριμένου τύπου. Αντιθέτως, τα εικονικά παιγνιομηχανήματα και τα διαδικτυακά στοιχήματα επί των αποτελεσμάτων κληρώσεων λαχειοφόρων αγορών ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της απαγόρευσης. Ως εκ τούτου, ο παίκτης άσκησε αγωγή με αίτημα να του επιστραφούν τα ποσά τα οποία είχε χάσει. Εν συνεχεία, εκχώρησε τα δικαιώματά του σε εταιρία που τον διαδέχθηκε στη δίκη ενώπιον του επιληφθέντος μαλτέζικου δικαστηρίου.
Το εν λόγω δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν η ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών αντίκειται σε μια τέτοια εθνική ρύθμιση, εφόσον ο οικείος επιχειρηματίας διαθέτει άδεια που του έχει χορηγηθεί από οποιοδήποτε κράτος μέλος. Διερωτάται επίσης ως προς τις συνέπειες της μεταγενέστερης τροποποίησης του γερμανικού δικαίου βάσει της οποίας η γενική απαγόρευση αντικαταστάθηκε από σύστημα προηγούμενης έγκρισης, καθώς και ως προς τη δυνατότητα να κηρυχθεί άκυρη η σύμβαση και να διαταχθεί η επιστροφή των απολεσθέντων ποσών.
Με την απόφασή του, το Δικαστήριο κρίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση η οποία απαγορεύει τη διαδικτυακή διοργάνωση παιγνίων καζίνο, παιγνίων με παιγνιομηχανήματα και ορισμένων ειδών στοιχηματισμού, όπως τα στοιχήματα επί των αποτελεσμάτων κληρώσεων λαχειοφόρων αγορών, προς τον σκοπό της διοχέτευσης της στοιχηματικής δραστηριότητας σε εποπτευόμενους διαύλους και της καταπολέμησης των παράλληλων αγορών. Επιπλέον, το Δικαστήριο κρίνει ότι το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται ούτε στην αναγνώριση των εννόμων συνεπειών μιας τέτοιας απαγόρευσης, ανεξαρτήτως της μεταγενέστερης θέσπισης συστήματος προηγούμενης έγκρισης, ούτε στην κήρυξη της ακυρότητας των συμβάσεων που συνήφθησαν κατά παραβίαση της εν λόγω απαγόρευσης ούτε στην άσκηση αγωγής προς επιστροφή των απολεσθέντων ποσών.
Τα διαδικτυακά τυχερά παίγνια συνιστούν υπηρεσίες κατά την έννοια των Συνθηκών της Ένωσης και η ελεύθερη παροχή τους υπόκειται σε περιορισμούς προς τον σκοπό της εξυπηρέτησης υπέρτερων λόγων γενικού συμφέροντος, όπως, μεταξύ άλλων, η προστασία των καταναλωτών και η διασφάλιση της κοινωνικής τάξης. Λαμβανομένων υπόψη, αφενός, της απουσίας συναφούς ενωσιακής εναρμόνισης και, αφετέρου, των ηθικής, θρησκευτικής και πολιτιστικής φύσεως διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών, κάθε κράτος μέλος διαθέτει περιθώριο εκτιμήσεως κατά τον καθορισμό του επιπέδου της επιδιωκόμενης προστασίας.
Μια ρύθμιση που αποβλέπει στο να διοχετευθεί σε εποπτευόμενους διαύλους η ροπή προς τον στοιχηματισμό καθώς και στο να καταπολεμηθούν οι παράλληλες αγορές επιδιώκει θεμιτούς σκοπούς. Συγκρινόμενα με τα παίγνια εντός φυσικού καταστήματος, τα διαδικτυακά παίγνια παρουσιάζουν, από την άποψη αυτή, αυξημένους ιδιάζοντες κινδύνους, μεταξύ άλλων λόγω της διαρκούς πρόσβασης, της απομόνωσης και της ανωνυμίας του παίκτη, της απουσίας κοινωνικού ελέγχου, της εν δυνάμει απεριόριστης συχνότητας συμμετοχής και της ελκυστικότητάς τους για τους νέους και το ευάλωτο κοινό.
Υπό τις συνθήκες αυτές, ένα κράτος μέλος μπορεί να απαγορεύει τα διαδικτυακά παίγνια καζίνο, περιλαμβανομένων των εικονικών παιγνιομηχανημάτων, καθώς και ορισμένα διαδικτυακά στοιχήματα, επιτρέποντας ωστόσο παράλληλα άλλες μορφές παιγνίων, όπως εκείνα που λαμβάνουν χώρα εντός φυσικών καταστημάτων, ή προβλέποντας ότι ορισμένα διαδικτυακά παίγνια θα υπόκεινται σε διαφορετικό καθεστώς. Ούτε η ύπαρξη μεγάλης ζήτησης για τα εικονικά παιγνιομηχανήματα ούτε το γεγονός ότι ο οικείος επιχειρηματίας είναι νομίμως εγκατεστημένος και υπόκειται σε έλεγχο εντός άλλου κράτους μέλους το οποίο επιδιώκει ανάλογους σκοπούς αρκούν ώστε να διαπιστωθεί ότι μια τέτοια απαγόρευση στερείται λογικής συνέπειας ή προσφορότητας, δεδομένου ότι κάθε κράτος μέλος παραμένει ελεύθερο να καθορίζει το δικό του επίπεδο προστασίας.
Το γεγονός ότι αργότερα, από 1ης Ιουλίου 2021, η γενική απαγόρευση αντικαταστάθηκε στη Γερμανία από το σύστημα της προηγούμενης έγκρισης δεν θίγει, καθ’ εαυτό, ούτε τη συνοχή ούτε το κύρος του προϋφιστάμενου καθεστώτος, δεδομένου ότι η εξέλιξη αυτή μπορεί να εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ελεγχόμενης επέκτασης προκειμένου οι παίκτες να στραφούν προς εγκεκριμένους παρόχους. Ομοίως, το γεγονός ότι προβλέφθηκε μεταβατική περίοδος δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται να επιβληθούν, όσον αφορά την προγενέστερη περίοδο, οι έννομες συνέπειες της τότε ισχύουσας απαγόρευσης.
Επομένως, το δίκαιο της Ένωσης δεν αντιτίθεται, κατ’ αρχήν, στην κήρυξη της ακυρότητας μιας σύμβασης που συνήφθη μεταξύ καταναλωτή και επαγγελματία εγκαταστημένου σε άλλο κράτος μέλος και είχε ως αντικείμενο υπηρεσίες οι οποίες απαγορεύονται εντός του κράτους μέλους της κατοικίας του καταναλωτή.
Περαιτέρω, η άσκηση αγωγής προς επιστροφή των απολεσθέντων ποσών δεν αντιβαίνει στο δίκαιο της Ένωσης. Η ακυρότητα της σύμβασης και τα αποτελέσματά της διέπονται από το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, ήτοι, εν προκειμένω, το γερμανικό δίκαιο. Εφόσον η εθνική ρύθμιση είναι συμβατή με τους ενωσιακούς κανόνες για την ελεύθερη παροχή των υπηρεσιών, η ακυρότητα αυτή συνιστά συνέπεια του παράνομου χαρακτήρα της σύμβασης. Η συμμετοχή του καταναλωτή στα συγκεκριμένα παίγνια, ανεξαρτήτως της ύπαρξης άδειας που έχει χορηγηθεί από άλλο κράτος μέλος στον πάροχο, δεν αρκεί ώστε να στοιχειοθετηθεί κατάχρηση δικαιώματος κατά το δίκαιο της Ένωσης, δεδομένου ότι το ζήτημα της κακοπιστίας στο συγκεκριμένο πλαίσιο διέπεται από το εθνικό δίκαιο.


