Οι ειδικοί κάνουν λόγο για το «Αφγανιστάν της εξόρυξης». Ένα πεδίο όπου επενδυτές και εταιρείες καταφθάνουν με μεγαλόπνοα σχέδια, για να καταλήξουν τελικά εγκλωβισμένοι σε επιχειρηματικά τέλματα. Καθώς η προσπάθεια ανατροπής της κινεζικής κυριαρχίας στις ζωτικές αγορές των σπάνιων γαιών εξελίσσεται σε μία από τις εμβληματικές γεωστρατηγικές συγκρούσεις του 21ου αιώνα, ειδικοί του κλάδου διαβλέπουν διέξοδο, η οποία βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο ορυκτό: τον μοναζίτη. Τα νέα είναι καλά και κακά.
«Το μέλλον ανήκει στον μοναζίτη», επισημαίνει ο Τζακ Λίφτον, διακεκριμένος αναλυτής της αγοράς μετάλλων και συμπρόεδρος του Critical Minerals Institute – ενός οργανισμού με στόχο την ανάπτυξη εφοδιαστικής αλυσίδας στη Βόρεια Αμερική. Ο Λίφτον, ο οποίος μελετά τη βιομηχανία των σπάνιων γαιών από το 1962, έχει παρακολουθήσει αμέτρητες τάσεις, εταιρείες και τεχνολογίες να αναδύονται και να σβήνουν. Αν και ο ίδιος αποφεύγει παραδοσιακά τις γενικεύσεις, στην περίπτωση του μοναζίτη εμφανίζεται απροκάλυπτα αισιόδοξος. «Αυτή τη στιγμή», δηλώνει χαρακτηριστικά, «ο μοναζίτης αποτελεί το σημαντικότερο ορυκτό σπάνιων γαιών».
Η αξιοποίησή του, ωστόσο, δεν αναμένεται ομαλή ούτε ανέφελη, γεγονός που σπεύδουν να αναγνωρίσουν ο Λίφτον και άλλοι αναλυτές. Το συγκεκριμένο ορυκτό, πέρα από τις τεράστιες ποσότητες πολύτιμων σπάνιων γαιών, συνήθως εμπεριέχει ραδιενεργό θόριο και, ορισμένες φορές, ουράνιο. Κατά συνέπεια, ο χειρισμός, η αποθήκευση και η επεξεργασία του υπόκεινται σε αυστηρότατο κρατικό έλεγχο.
Παρά τα εμπόδια, σημαντικά κεφάλαια εισρέουν πλέον σε μεταλλεία και τεχνολογίες επεξεργασίας μοναζίτη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Energy Fuels, η οποία λειτουργεί τη μοναδική συμβατική μονάδα παραγωγής ουρανίου στη χώρα, ανέπτυξε δική της μέθοδο διαχωρισμού τόσο για τις ελαφριές όσο και για τις βαριές σπάνιες γαίες. Η παραγωγή των τελευταίων, μάλιστα, μονοπωλείται σήμερα σχεδόν εξ ολοκλήρου από την Κίνα. Η αμερικανική εταιρεία έχει ήδη επενδύσει περισσότερα από 200 εκατομμύρια δολάρια για την εξαγορά κοιτασμάτων μοναζίτη στη Μαδαγασκάρη και τη Βραζιλία. Πλέον εισέρχεται στη δεύτερη φάση του σχεδιασμού της, με σκοπό την κλιμάκωση της παραγωγής σε ευρεία εμπορική κλίμακα, με εκτιμώμενο κόστος ύψους 410 εκατομμυρίων δολαρίων.
Ένα παράδειγμα προς αποφυγη
Στο μεταξύ, ένα κρατικό εγχείρημα στο Σασκάτσουαν του Καναδά λειτουργεί ως παράδειγμα προς αποφυγή για τους χρηματοδότες του μοναζίτη. Μετά από έξι χρόνια κατασκευαστικών εργασιών και δαπάνες που ξεπέρασαν τα 100 εκατομμύρια δολάρια, η εκεί μονάδα επεξεργασίας έχει παράγει αδιευκρίνιστες, αλλά εξαιρετικά πενιχρές ποσότητες μοναζίτη. Το εργοστάσιο, το οποίο κατασκευάστηκε από το Saskatchewan Research Council (SRC), είχε ως αρχικό στόχο την επεξεργασία 40 τόνων μεταλλεύματος μηνιαίως έως τα τέλη του 2024. Ο στόχος διαψεύστηκε. Στις αρχές του 2025 είχε προγραμματιστεί η πλήρης λειτουργία με ετήσια παραγωγή 400 τόνων μετάλλου, πρόβλεψη που απέτυχε εκ νέου. Πλέον, ο οργανισμός μετατοπίζει το χρονοδιάγραμμα για τα τέλη του 2027 – οπότε το συνολικό κόστος θα έχει εκτιναχθεί πάνω από τα 216 εκατομμύρια δολάρια Καναδά, σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο του SRC, Μάικ Κράμπτρι.
Σε δύο διαφορετικές μορφές
Ο πλανήτης διαθέτει τεράστια αποθέματα μοναζίτη, ο οποίος εντοπίζεται σε δύο διαφορετικές μορφές. Στην Αυστραλία, τη Νότια Αφρική και την Κίνα, εκτεταμένα κοιτάσματα βρίσκονται εγκλωβισμένα σε φλέβες σκληρών πετρωμάτων που διαπερνούν βουνά και ηφαιστειακές καλντέρες. Ωστόσο, το έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται πλέον στον δεύτερο τύπο, τη λεγόμενη βαριά ορυκτή άμμο, η οποία αποτελεί προϊόν της αποσάθρωσης και της διάβρωσης πετρωμάτων πλούσιων σε ορυκτά. Η έκθεση εκατομμυρίων ετών στον άνεμο, το νερό και τη βαρύτητα μετέτρεψε τα πετρώματα σε κόκκους, οι οποίοι συσσωρεύτηκαν σε παράκτιες ζώνες ή κατά μήκος των ποταμών.
Μέσα σε αυτούς τους βαριούς, πλούσιους σε ορυκτά κόκκους, ο μοναζίτης αποδεικνύεται ιδιαίτερα σκληρός και χημικά αδρανής. Παρόλο που συμμετέχει με μικρό ποσοστό στο συνολικό βάρος του ιζήματος, ο συγκεκριμένος μοναζίτης περιέχει συνήθως 60% έως 62% σπάνιες γαίες, συμπεριλαμβανομένων, σε πολλές περιπτώσεις, των απολύτως απαραίτητων στοιχείων για την κατασκευή μαγνητών.
Εκτεταμένα κοιτάσματα βαριάς ορυκτής άμμου με υψηλή περιεκτικότητα σε μοναζίτη εντοπίζονται στην Αυστραλία, την Ινδία, τη Βραζιλία, τη Μαδαγασκάρη, τη Μοζαμβίκη και τη Νότια Αφρική. Μικρότερης κλίμακας αποθέματα βρίσκονται στις νοτιοανατολικές Ηνωμένες Πολιτείες, στο Άινταχο, στη Σρι Λάνκα, στην Κίνα, στη Μαλαισία, στην Ταϊλάνδη, στην Ινδονησία και στο Βιετνάμ.
Εύκολη «εξόρυξη»
Παράλληλα, η διαδικασία παρουσιάζει σημαντικά πλεονεκτήματα. Η συλλογή του ορυκτού απαιτεί απλώς εκβάθυνση ή επιφανειακή απόξεση της άμμου, αποφεύγοντας τις δαπανηρές ανατινάξεις, τις γεωτρήσεις και τις βαθιές εκσκαφές που επιβάλλει η εξόρυξη σκληρών πετρωμάτων. Καθώς η άμμος βρίσκεται ήδη σε κοκκώδη μορφή, παρακάμπτεται το στάδιο της θραύσης ή της άλεσης. Ο διαχωρισμός των βαρέων ορυκτών από το αμμώδες υλικό πραγματοποιείται συνήθως επί τόπου στο πεδίο, με τη χρήση οικονομικών μαγνητικών ή βαρυτικών τεχνικών. Η μέθοδος αυτή αποδίδει ένα εξαιρετικά εμπλουτισμένο συμπύκνωμα, έτοιμο για την τελική επεξεργασία.
Και τα κακά νέα
Και τώρα τα κακά νέα για τη βαριά ορυκτή άμμο. «Το πρόβλημα εντοπίζεται στην υψηλή περιεκτικότητα σε θόριο», το οποίο παρουσιάζει χαμηλά επίπεδα ραδιενέργειας, επισημαίνει ο Τζέιμς Κένεντι της ThREE Consulting – εταιρείας συμβούλων με έδρα το Μιζούρι, η οποία ειδικεύεται στις σπάνιες γαίες. «Καθώς δεν υφίσταται εμπορική αγορά για το θόριο, η αποθήκευσή του καθίσταται υποχρεωτική». Βάσει των κανονισμών της Ρυθμιστικής Πυρηνικής Επιτροπής των ΗΠΑ και του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας (IAEA), κάθε αποθηκευμένο ραδιενεργό υλικό χωρίς προγραμματισμένη χρήση ή σαφή μέθοδο απόρριψης χαρακτηρίζεται αυτόματα ως πυρηνικό απόβλητο.
Τα συμβατικά πυρηνικά απόβλητα αποτελούν τεράστιο οικονομικό και διαχειριστικό βάρος, καθώς ο χειρισμός και η μεταφορά τους υπόκεινται σε αυστηρότατο έλεγχο, ενώ η ανάγκη ασφαλούς φύλαξής τους μπορεί να εκτείνεται σε βάθος εκατοντάδων ή και χιλιάδων ετών.
Η αυστηρότητα των κανονισμών, προειδοποιεί ο Κένεντι, απειλεί να στραγγαλίσει τις παγκόσμιες φιλοδοξίες για τη δημιουργία εφοδιαστικής αλυσίδας σπάνιων γαιών ανεξάρτητης από το Πεκίνο, εκτός εάν οι κυβερνήσεις αναλάβουν άμεσα δράση.
Η ακτινοβολία του εκπέμπει το θόριο ενέχουν σωματίδια άλφα, τα οποία αδυνατούν να διαπεράσουν το ανθρώπινο δέρμα. Παρά ταύτα, η πλημμελής αποθήκευση, σε συνδυασμό με άλλα υποπροϊόντα της επεξεργασίας του μοναζίτη, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους, ιδιαίτερα σε περίπτωση κατάποσης.
Όταν τα απόβλητα έπληξαν μια Μαλαισιανή κοινότητα
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του 1979, όταν θυγατρική της Mitsubishi Chemical εγκαταστάθηκε στο Περάκ της Μαλαισίας με αντικείμενο την εξαγωγή υττρίου. Λίγο μετά την έναρξη της παραγωγικής διαδικασίας, γύρω στο 1982, οι κάτοικοι της περιοχής άρχισαν να αναφέρουν ποικίλες ασθένειες. Με τη συγκατάθεση της μαλαισιανής κυβέρνησης, η εταιρεία είχε κατασκευάσει αγωγό αποβλήτων προς παρακείμενο χώρο απόθεσης, όπου τα κατάλοιπα φυλάσσονταν σε ανοιχτά χαλύβδινα βαρέλια και σε μια μη στεγανοποιημένη δεξαμενή. Σε περιπτώσεις έντονων βροχοπτώσεων, τα απόβλητα ξεχείλιζαν από τη δεξαμενή, μολύνοντας τα γύρω εδάφη και τα υδάτινα ρεύματα. Το 1984, Ιάπωνας καθηγητής που μέτρησε τα επίπεδα ακτινοβολίας εντός και πέριξ της δεξαμενής, διαπίστωσε ότι, στις ακραίες περιπτώσεις, ξεπερνούσαν κατά εκατοντάδες φορές τα διεθνώς αποδεκτά όρια. Μεταγενέστερη έρευνα κατέγραψε ασυνήθιστα υψηλά ποσοστά συγγενών ανωμαλιών, καθώς και οκτώ κρούσματα λευχαιμίας στη μικρή κοινότητα που γειτνίαζε με τον χώρο ταφής.
naftemporiki.gr
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.





