Η επανεκκίνηση των ερευνών για την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου μπορεί να αποτελέσει την επόμενη μεγάλη δοκιμασία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, χωρίς όμως να μεταβάλλει το νομικό πλαίσιο που διέπει την τοποθέτηση του καλωδίου, υποστηρίζει ο καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Πέτρος Λιάκουρας.
Μιλώντας σε vidcast της Ναυτεμπορικής, σημειώνει ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο την υλοποίηση ενός ενεργειακού έργου, αλλά και την προσπάθεια της Άγκυρας να εμφανίσει ως αναγκαία την άδειά της για δραστηριότητες σε περιοχές όπου διεκδικεί δικαιώματα υφαλοκρηπίδας.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι η τουρκική επιχειρηματολογία στηρίζεται στην άποψη πως, όταν ένα καλώδιο διέρχεται από την υφαλοκρηπίδα, απαιτείται άδεια του παράκτιου κράτους. Μια αντίληψη που, όπως υποστηρίζει, δεν συμβαδίζει με τις αρχές του Δικαίου της Θάλασσας.
«Η τοποθέτηση καλωδίου πάνω στο βυθό της υφαλοκρηπίδας είναι εξ ολοκλήρου αρχή της ελευθερίας των θαλασσών», αναφέρει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι τα υποθαλάσσια καλώδια αποτελούν μέσο επικοινωνίας και διασύνδεσης μεταξύ κρατών και δεν μπορούν να υπάγονται σε ένα γενικό καθεστώς αδειοδότησης από τα παράκτια κράτη.
Σύμφωνα με τον κ. Λιάκουρα, η βασική διάκριση αφορά τα δικαιώματα που διαθέτει ένα κράτος στον βυθό και εκείνα που απορρέουν από την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της υφαλοκρηπίδας.
- Η υφαλοκρηπίδα δεν συνιστά περιοχή εθνικής κυριαρχίας με την ίδια έννοια που ισχύει για το έδαφος ή την αιγιαλίτιδα ζώνη.
- Το παράκτιο κράτος διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα για την εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της, κυρίως των υδρογονανθράκων.
«Δεν προκύπτει λόγος να απαιτείται τουρκική άδεια για την εγκατάσταση του καλωδίου»
Αυτά τα δικαιώματα, ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι μπορεί να απαγορεύσει κάθε άλλη δραστηριότητα στον βυθό. Όπως εξηγεί, «η τοποθέτηση καλωδίων υπάγεται σε διαφορετικό νομικό καθεστώς από τις γεωτρήσεις και την εξόρυξη φυσικών πόρων».
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία στην περιοχή μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, όπου δεν υπάρχει συμφωνημένη οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας σε όλη την έκταση που αφορά το έργο. «Η απουσία οριοθέτησης δεν δημιουργεί αυτομάτως δικαίωμα απαγόρευσης της εγκατάστασης καλωδίου από οποιαδήποτε πλευρά», τονίζει χαρακτηριστικά.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο κ. Λιάκουρας εκτιμά ότι δεν προκύπτει λόγος να απαιτείται προηγούμενη τουρκική άδεια για την εγκατάσταση του καλωδίου.
Διαφορετική είναι η περίπτωση των υποθαλάσσιων αγωγών, οι οποίοι, όπως εξηγεί, «υπόκεινται σε ειδικότερες προβλέψεις. Η όδευσή τους χρειάζεται συνεννόηση με το παράκτιο κράτος, ώστε να αποφεύγεται η παρεμπόδιση μελλοντικών δραστηριοτήτων εξερεύνησης ή εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, αλλά και να περιορίζεται ο κίνδυνος περιβαλλοντικής επιβάρυνσης από μεταγενέστερες μετακινήσεις τους».
Ο «πόλεμος» των NAVTEX και η προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων
Η επανεκκίνηση των ερευνών δεν αποκλείεται, μετά και τις πρόσφατες αντι-NAVTEX (σσ: κατά της Ελλάδας για την άσκηση ΕΥΝΟΜΙΑ και κατά της Κύπρου για τις εργασίες για το East to Med Corridor (EMC)), να συνοδευτεί από νέες αντιπαραθέσεις γύρω από την έκδοση NAVTEX, δηλαδή ναυτικών αναγγελιών που ενημερώνουν τους ναυτιλλομένους για δραστηριότητες σε συγκεκριμένες περιοχές.
«Θέλει να δείξει προς όλους ότι σε αυτές τις περιοχές τις οποίες θα περάσει το καλώδιο ότι είναι δική της υφαλοκρηπίδα», σημειώνει, περιγράφοντας την εκτίμησή του για τον στόχο της τουρκικής στάσης.
Η ουσία, κατά τον ίδιο, είναι ότι οι NAVTEX δεν αποτελούν από μόνες τους μηχανισμό κατοχύρωσης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια συμφωνία οριοθέτησης ούτε να δημιουργήσουν αυτομάτως δικαιώματα σε μια περιοχή επειδή ένα κράτος εκδίδει σχετική αναγγελία.
Υπογραμμίζει,δε, ότι η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν εγκλωβιστεί σε μια λογική αμφισβήτησης, καθώς και οι δύο πλευρές συνδέουν τη διέλευση του καλωδίου με τις δικές τους θέσεις για την υφαλοκρηπίδα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι δύο νομικές θέσεις έχουν την ίδια βάση ή ότι η έκδοση μιας αναγγελίας μπορεί να μεταβάλει το εφαρμοστέο δίκαιο.
Αντί για την αναπαραγωγή τέτοιων πρακτικών, προκρίνει την αναζήτηση μιας ουσιαστικής λύσης μέσω της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας.
Μπορεί η Ελλάδα να προσφύγει στη διεθνή δικαιοσύνη;
Στο ερώτημα κατά πόσο είναι εφικτή μια προσφυγή σε διεθνές δικαστήριο, παρά την πάγια τουρκική τακτική να θέτει στο τραπέζι πολλαπλά ζητήματα, ο κ. Λιάκουρας αναγνωρίζει ότι η Άγκυρα είναι πιθανό να επιμείνει σε μια ευρεία ατζέντα διεκδικήσεων, υποστηρίζει όμως ότι αυτό δεν καθιστά αδύνατη τη διαπραγμάτευση.
Υπενθυμίζει ότι αντίστοιχη κατάσταση είχε διαμορφωθεί από το 2002, όταν ξεκίνησαν οι διερευνητικές επαφές μεταξύ των δύο χωρών. Τότε, όπως σημειώνει, «η τουρκική πλευρά έθετε ζητήματα μειονοτήτων, «γκρίζων ζωνών» και αποστρατιωτικοποίησης, διευρύνοντας σημαντικά το πεδίο της συζήτησης».
Η ελληνική αντιπροσωπεία, σύμφωνα με την εκτίμησή του, επέμεινε στη δημιουργία ενός πλαισίου σοβαρότητας και ευθύνης, μέσα στο οποίο θα μπορούσε να προχωρήσει η συζήτηση για το βασικό αντικείμενο της διαφοράς.
«Η Ελλάδα πρέπει να διατηρήσει σαφή θέση ως προς το αντικείμενο της διαφοράς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να εξετάσει σοβαρά μια διαδικασία διαπραγμάτευσης», όπως ανέφερε.
Διαπραγμάτευση με βάση τα συμφέροντα
Ο κ. Λιάκουρας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη θεωρία των διαπραγματεύσεων.
Η βασική αρχή είναι ότι μια διαπραγμάτευση δεν πρέπει να περιορίζεται στην αντιπαράθεση των επίσημων θέσεων των δύο πλευρών. Πρέπει να αναζητά τα συμφέροντα και τους λόγους που βρίσκονται πίσω από αυτές.
«Ποτέ δεν διαπραγματευόμαστε επί θέσεων», αναφέρει, εξηγώντας ότι όταν δύο πλευρές εμφανίζονται αμετακίνητες στις διακηρυγμένες θέσεις τους, το περιθώριο συνεννόησης περιορίζεται σημαντικά.
«Είναι προς το συμφέρον όλων να έχουμε μία συμφωνία η οποία να είναι αμοιβαία αποδεκτή», σημειώνει.
Όπως προειδοποιεί, μια συμφωνία που γίνεται αποδεκτή υπό πίεση κινδυνεύει να μην εφαρμοστεί στην πράξη. Η βιωσιμότητα μιας λύσης εξαρτάται από το κατά πόσο τα δύο μέρη θεωρούν ότι έχουν επιτύχει ένα αποτέλεσμα που μπορούν να υποστηρίξουν και να τηρήσουν.
Η εμπειρία των διαπραγματεύσεων του 2002-2003, σύμφωνα με τον ίδιο, έδειξε ότι ήταν δυνατό να εξεταστεί η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας με βάση αρχές του διεθνούς δικαίου και τη νομολογία των διεθνών δικαστηρίων.
Τι δείχνει η διεθνής νομολογία για την οριοθέτηση
Ο κ. Λιάκουρας εξηγεί ότι το Διεθνές Δίκαιο δεν δίνει έναν ενιαίο, προκαθορισμένο γεωμετρικό τύπο για όλες τις περιπτώσεις οριοθέτησης. Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας θέτει ως στόχο μια δίκαιη λύση, ενώ η μεθοδολογία έχει διαμορφωθεί μέσα από την πρακτική των διεθνών δικαστηρίων και των διαιτητικών οργάνων.
Σύμφωνα με την περιγραφή του, οι διεθνείς δικαιοδοτικοί μηχανισμοί έχουν εξετάσει δεκάδες υποθέσεις οριοθέτησης, διαμορφώνοντας μια μεθοδολογία που επιτρέπει την αξιολόγηση των γεωγραφικών δεδομένων και των σχετικών δικαιωμάτων κάθε κράτους.
Η διαδικασία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την εξέταση του μήκους και της διάταξης των ακτών, ώστε να διαπιστωθεί η αναλογία τους. Στη συνέχεια, εξετάζονται οι ειδικές γεωγραφικές συνθήκες που ενδέχεται να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα.
Ταυτόχρονα, επισημαίνει ότι τα νησιά αποτελούν κρίσιμο παράγοντα στην οριοθέτηση. Η διεθνής νομολογία έχει αντιμετωπίσει περιπτώσεις στις οποίες η θέση ενός νησιού σε σχέση με τις ακτές ενός άλλου κράτους επηρεάζει τη μέθοδο υπολογισμού της οριογραμμής.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα νησιά αγνοούνται ή ότι στερούνται αυτομάτως δικαιωμάτων. Όπως εξηγεί, η αντιμετώπισή τους εξαρτάται από τα συγκεκριμένα γεωγραφικά δεδομένα και τους κανόνες που εφαρμόζονται στην κάθε υπόθεση.
«Τα νησιά δεν μπορούν να ενθυλακωθούν»
Για την Ελλάδα, η αρχή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς η τουρκική επιχειρηματολογία, επιδιώκει να δώσει έμφαση στις ηπειρωτικές ακτές και να περιορίσει την επίδραση των ελληνικών νησιών.
«Τα νησιά δεν μπορούν να ενθυλακωθούν», τονίζει, αναφερόμενος στην ανάγκη να μην αποκλείονται τα νησιά από τη θαλάσσια περιοχή που δικαιούνται με βάση το Διεθνές Δίκαιο.
Η νομολογία, κατά τον ίδιο, παρέχει σημαντικά νομικά επιχειρήματα στην ελληνική πλευρά. Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι η προσφυγή σε διεθνές δικαστήριο θα εξασφαλίσει εκ των προτέρων το σύνολο των ελληνικών επιδιώξεων.
«Κανείς δεν τα παίρνει όλα όταν πηγαίνει», προειδοποιεί, επισημαίνοντας ότι το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τους κανόνες που θα εφαρμοστούν και τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης.
Πολιτική απόφαση και ανάγκη ενημέρωσης της κοινωνίας
Το κρίσιμο ερώτημα, όπως υπογραμμίζει, δεν είναι μόνο νομικό. «Είναι και πολιτικό, καθώς μια διαδικασία οριοθέτησης ή προσφυγής στη διεθνή δικαιοσύνη απαιτεί συγκεκριμένες αποφάσεις και ευρύτερη προετοιμασία. Άρα έχουμε πολλά ατού υπέρ ημών προχωρώντας. Απλώς χρειάζεται απόφαση. Πολιτική απόφαση», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Κατά την άποψή του, πριν από μια τέτοια κίνηση θα πρέπει να ενημερωθούν οι πολιτικοί που καλούνται να λάβουν τις αποφάσεις, αλλά και τα κόμματα, ώστε να διαμορφωθεί όσο το δυνατόν ευρύτερη συναίνεση. Παράλληλα, θεωρεί αναγκαία την ενημέρωση της κοινής γνώμης για το τι σημαίνει οριοθέτηση και ποια αποτελέσματα μπορούν ρεαλιστικά να προκύψουν.
Η δημόσια συζήτηση, όπως υπογραμμίζει, «δεν πρέπει να καλλιεργεί υπερβολικές προσδοκίες». Η προσφυγή στη διεθνή δικαιοσύνη δεν είναι διαδικασία μέσα από την οποία μια χώρα μπορεί να εξασφαλίσει το σύνολο των διεκδικήσεών της. Το δικαστήριο δεν λειτουργεί με πολιτικές σκοπιμότητες, αλλά με βάση το εφαρμοστέο δίκαιο και τους κανόνες που έχουν διαμορφωθεί από τη διεθνή πρακτική.
«Δύσκολη η σύναψη συνυποσχετικού»
Στην ερώτηση κατά πόσο εφικτή είναι η σύναψη συνυποσχετικού, δηλαδή μιας συμφωνίας μεταξύ των δύο κρατών που προαπαιτείται για την παραπομπή συγκεκριμένης διαφοράς σε διεθνές δικαστήριο και την αποδοχή της δικαιοδοσίας του ο κ. Λιάκουρας αναγνωρίζει ότι η επίτευξη μιας τέτοιας συμφωνίας με την Τουρκία είναι δύσκολη. Υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι στις αρχές της δεκαετίας του 2000 υπήρξε ένα ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο, με επίκεντρο τα συμπεράσματα του Ελσίνκι και την ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε διευθέτηση διαφορών.
Η αλλαγή πολιτικής μετά το 2004, κατά την εκτίμησή του, συνέβαλε στην απώλεια μιας ευκαιρίας για την προώθηση αυτής της διαδικασίας. Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν η Τουρκία θα δεχθεί μια παραπομπή στη διεθνή δικαιοσύνη, αλλά και εάν θα διαμορφωθούν οι πολιτικές προϋποθέσεις για μια συμφωνημένη διαδικασία.
Η «Γαλάζια Πατρίδα» και ο κίνδυνος τετελεσμένου
Ως προς την ψήφιση του νομοσχεδίου για τη «Γαλάζια Πατρίδα», εκτιμά ότι η Τουρκία είναι πιθανό να προχωρήσει στη νομοθέτηση σχετικού πλαισίου, σημειώνοντας ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει νέα δεδομένα, ιδιαίτερα εάν ακολουθούσε εκτελεστική πράξη για τη θέσπιση θαλάσσιων ζωνών.
Το «κακό σενάριο» είναι η Άγκυρα να επιχειρήσει να μετατρέψει τις διεκδικήσεις της σε διοικητικές και νομικές πράξεις κάτι που όπως τόνισε «θα είναι δυσκολότερο να ανατραπούν πολιτικά στην πορεία. Η δημιουργία τετελεσμένων θα μπορούσε να περιπλέξει τη μελλοντική διαπραγμάτευση και να αυξήσει την ένταση».
Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η τουρκική αντίδραση συνδέεται και με τον ελληνικό θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, ο οποίος έχει καταρτιστεί στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών υποχρεώσεων της χώρας. Η Ελλάδα, όπως αναφέρει, έχει διευκρινίσει ότι τα όρια που αποτυπώνονται στον σχεδιασμό είναι δυνητικά και υπόκεινται σε συμφωνίες οριοθέτησης.
Επέκταση 12 ν.μ. στο Καστελόριζο και θέσπιση αλιευτικής ζώνης
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου, το οποίο χαρακτηρίζει περιοχή που χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, λόγω της θέσης στο νοτιοανατολικό άκρο της ελληνικής επικράτειας και της σημασίας για τις θαλάσσιες ζώνες.
Ο κ. Λιάκουρας υποστηρίζει ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να εξετάσει την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια στην περιοχή, καθώς και τη θέσπιση μιας περιορισμένης αλιευτικής ζώνης, με στόχο την προστασία των δραστηριοτήτων των κατοίκων και την ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας.
Πρόκειται για προτάσεις που, κατά τον ίδιο, θα πρέπει να αξιολογηθούν στο πλαίσιο μιας συνολικής στρατηγικής για το σύμπλεγμα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα νομικά δεδομένα όσο και τις πιθανές αντιδράσεις της Τουρκίας.
Επισημαίνει επίσης ότι στο Διεθνές Δίκαιο υπάρχει διάκριση ανάμεσα στην εθνική κυριαρχία και στα κυριαρχικά δικαιώματα που ασκούνται σε θαλάσσιες ζώνες. «Η διάκριση αυτή έχει σημασία για την αξιολόγηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την αιγιαλίτιδα ζώνη και εκείνων που αφορούν την υφαλοκρηπίδα ή την αποκλειστική οικονομική ζώνη». Για τον ίδιο, η Ελλάδα διαθέτει νομικά επιχειρήματα, αλλά χρειάζεται να τα εντάξει σε ένα συνεκτικό σχέδιο. Η ύπαρξη νομικών δυνατοτήτων δεν αρκεί από μόνη της, εάν δεν συνοδεύεται από πολιτική απόφαση και σαφή εκτίμηση των συνεπειών.
Ως παράδειγμα αναφέρει την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία οριοθέτησης, «η οποία προχώρησε παρά τις τουρκικές αντιδράσεις που είχαν προηγηθεί στο πλαίσιο του τουρκολιβυκού μνημονίου. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η αντίδραση της Τουρκίας δεν οδηγεί αναγκαστικά σε εγκατάλειψη μιας ελληνικής πρωτοβουλίας».
Πόσο κοντά βρίσκεται ένα θερμό επεισόδιο
Στο ερώτημα εάν η Ελλάδα βρίσκεται κοντά σε ένα θερμό επεισόδιο με την Τουρκία, ακόμη και αν προχωρήσει η ηλεκτρική διασύνδεση ή εάν η Άγκυρα υιοθετήσει τη «Γαλάζια Πατρίδα», ο κ. Λιάκουρας δεν προεξοφλεί μια άμεση στρατιωτική σύγκρουση. Εστιάζει, ωστόσο, στους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν από την προσπάθεια δημιουργίας νέων δεδομένων στις θαλάσσιες ζώνες.
Η βασική ανησυχία δεν περιορίζεται, στο ενδεχόμενο ενός άμεσου επεισοδίου. Αφορά και τη σταδιακή μεταβολή του πλαισίου μέσα στο οποίο θα κληθούν οι δύο χώρες να διαπραγματευτούν στο μέλλον και θεωρεί ότι η Ελλάδα πρέπει να αξιολογήσει προσεκτικά τις επιλογές της, χωρίς να αφήσει την τουρκική αντίδραση να καθορίζει εκ των προτέρων τις αποφάσεις της. Αυτό, κατά την άποψή του, προϋποθέτει στρατηγική, αξιοποίηση των νομικών επιχειρημάτων και πολιτική βούληση.
Προτιμώμενη πηγή στην Google
Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.





