Δευτέρα, 5 Οκτωβρίου 2026
ENQUIRE / NEWSROOM
Η ουσία της ημέρας.Χωρίς τον θόρυβο.
ΤώραΌπως η βροχή ξεπλένει το παλιό και δίνει πνοή στο καινούργιο
Κοινωνία

Ποιο είναι τελικά το αποτύπωμα της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας;

Κοινωνία30.09.20261 λεπτό
Ποιο είναι τελικά το αποτύπωμα της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας;


Των Πάνου Κολιού, βιολόγου-ιχθυολόγου και Technical Director της Cooke Hellas, και Δημήτρη Πάφρα, ιχθυολόγου, υποψήφιου διδάκτορα Θαλάσσιας Βιολογίας & Αλιευτικής Δυναμικής

ΜΙΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ έκταση μικρότερη από τη Σχοινούσα ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για τη θάλασσα, την παραγωγή τροφίμων και το μέλλον του ελληνικού πρωτογενούς τομέα.

Η συνολική μισθωμένη θαλάσσια έκταση της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας είναι μικρότερη από το μισό της έκτασης του «Ελευθέριος Βενιζέλος». Μια αναλογία που βοηθά να δούμε σε διαφορετική κλίμακα το πραγματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα του κλάδου.

Για χρόνια, η δημόσια συζήτηση γύρω από την ιχθυοκαλλιέργεια κινείται ανάμεσα σε δύο ακραίες προσεγγίσεις.

Από τη μία, η αντίληψη ότι σχεδόν κάθε παραγωγική δραστηριότητα στη θάλασσα συνεπάγεται περιβαλλοντική υποβάθμιση.

Από την άλλη, η άποψη ότι η οικονομική σημασία ενός κλάδου αρκεί για να υποβαθμίζονται οι πιέσεις που μπορεί να προκαλεί.

Και οι δύο οπτικές αφήνουν στο περιθώριο το ουσιαστικό ερώτημα: Ποιο είναι στην πράξη το αποτύπωμα και με ποιο μέτρο σύγκρισης πρέπει να το αξιολογούμε;

ΚΑΝΕΝΑ ΣΥΣΤΗΜΑ παραγωγής τροφίμων δεν είναι περιβαλλοντικά ουδέτερο. Η κτηνοτροφία απαιτεί γη, νερό και ζωοτροφές, η γεωργία χρησιμοποιεί σημαντικούς φυσικούς πόρους, ενώ η αλιεία καταναλώνει καύσιμα και εξαρτάται από την ορθή διαχείριση των φυσικών αποθεμάτων.

Η ιχθυοκαλλιέργεια χρησιμοποιεί τροφή, ενέργεια και πρώτες ύλες και επιστρέφει οργανική ύλη και θρεπτικά στοιχεία στο θαλάσσιο περιβάλλον.

Η ουσιαστική συζήτηση δεν είναι επομένως αν υπάρχει αποτύπωμα, αλλά ποιο είναι το μέγεθος και η έντασή του, αν το οικοσύστημα μπορεί να το αφομοιώσει και ποια διατροφική αξία παράγεται σε σχέση με τους πόρους που χρησιμοποιούνται.

ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ λειτουργούν περίπου 250 μονάδες θαλάσσιας ιχθυοκαλλιέργειας, με συνολική μισθωμένη έκταση 7.832 στρεμμάτων, δηλαδή 7,832 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Αν συγκεντρώνονταν όλες σε έναν ενιαίο τετραγωνικό χώρο, αυτός θα είχε πλευρά περίπου 2,8 χιλιομέτρων. Η επιφάνεια αυτή είναι μικρότερη από τη Σχοινούσα, έκτασης περίπου 8,5 τετραγωνικών χιλιομέτρων, και μικρότερη από το μισό της έκτασης των 16,5 τετραγωνικών χιλιομέτρων, επί της οποίας ο Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών διαθέτει δικαιώματα επικαρπίας.

Οι συγκρίσεις αυτές δεν αποτελούν περιβαλλοντικό άλλοθι. Μια δραστηριότητα περιορισμένης χωρικής κατάληψης μπορεί να προκαλεί σημαντικές τοπικές πιέσεις.

Αποτυπώνουν, όμως, την πραγματική κλίμακα και μεταφέρουν τη συζήτηση εκεί όπου έχει νόημα: Πόση παραγωγή μπορεί να υποστηρίξει κάθε θαλάσσιος χώρος και ποια είναι τα οικολογικά του όρια;

ΕΔΩ ΑΠΟΚΤΑ σημασία η έννοια της φέρουσας ικανότητας. Το βάθος, τα ρεύματα, η θερμοκρασία, το διαλυμένο οξυγόνο, η μορφολογία του πυθμένα, τα ευαίσθητα ενδιαιτήματα και η ένταση της παραγωγής καθορίζουν τι μπορεί να υποστηρίξει κάθε περιοχή.

Οι μονάδες λειτουργούν βάσει εγκεκριμένων περιβαλλοντικών όρων και η δραστηριότητά τους παρακολουθείται με μετρήσεις και επιστημονική αξιολόγηση.

Πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα και κρατικοί φορείς έχουν επίσης αναπτύξει σημαντική ερευνητική δραστηριότητα γύρω από τις επιδράσεις της ιχθυοκαλλιέργειας στο θαλάσσιο περιβάλλον.

Η ίδια λογική ισχύει και στην παραγωγή. Τα ψάρια, ως ποικιλόθερμοι οργανισμοί, δεν δαπανούν ενέργεια για να διατηρούν σταθερή θερμοκρασία σώματος, όπως τα θηλαστικά και τα πτηνά, ενώ η άνωση του νερού υποστηρίζει το σώμα τους. Αυτά τα χαρακτηριστικά ευνοούν την αποτελεσματική μετατροπή της τροφής σε βιομάζα.

Κάθε ποσότητα τροφής που δεν αξιοποιείται αποτελεσματικά αποτελεί ταυτόχρονα οικονομική απώλεια και δυνητικό περιβαλλοντικό φορτίο.

Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ιχθυοκαλλιέργεια δεν είναι απλώς κλωβοί και δίχτυα. Υποβρύχιες κάμερες, αισθητήρες οξυγόνου και θερμοκρασίας, συστήματα ακριβούς σίτισης, τεχνολογίες εκτίμησης βιομάζας και υδροδυναμικά μοντέλα μεταφέρουν την παραγωγή προς τη διαχείριση ακριβείας.

Παράλληλα, η θαλάσσια φάση πάχυνσης δεν απαιτεί γλυκό νερό ως μέσο διαβίωσης ούτε χερσαία έκταση για τη στέγαση των ψαριών, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια Μεσόγειο όπου το νερό και η διαθέσιμη γη γίνονται ολοένα πολυτιμότεροι πόροι.

Η ΕΛΛΑΔΑ έχει ήδη διανύσει μεγάλη απόσταση. Από 12 μονάδες και περίπου 100 τόνους παραγωγής το 1985, σήμερα έχει δημιουργηθεί γύρω από τον κλάδο ένα οικοσύστημα γνώσης και εξειδικευμένης εργασίας, με ιχθυολόγους, θαλάσσιους βιολόγους, κτηνιάτρους, γενετιστές, ειδικούς διατροφής, μηχανικούς και τεχνικούς.

Περίπου 12.000 άμεσες και έμμεσες θέσεις εργασίας συνδέονται με τη δραστηριότητα, πολλές από αυτές στην ελληνική περιφέρεια.

Το 2024, οι ελληνικές εξαγωγές τσιπούρας και λαβρακιού έφθασαν τους 94.132 τόνους σε περισσότερες από 40 χώρες, με αξία 585,1 εκατ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, η υδατοκαλλιέργεια αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία παγκοσμίως, καθώς ο πληθυσμός αυξάνεται και η ανάγκη για αποδοτικά συστήματα παραγωγής τροφίμων γίνεται εντονότερη.

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ, επομένως, δεν είναι αν η ιχθυοκαλλιέργεια έχει αποτύπωμα. Έχει, όπως κάθε παραγωγική δραστηριότητα. Το κρίσιμο είναι αν αυτό το αποτύπωμα μετριέται, ελέγχεται και περιορίζεται μέσα στα οικολογικά όρια κάθε περιοχής.

Οι Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών μπορούν να συμβάλουν ακριβώς σε αυτό, συνδέοντας την οργανωμένη χωροθέτηση με την επιστημονική αξιολόγηση και τον αποτελεσματικότερο περιβαλλοντικό έλεγχο.

Και αν μια χώρα με τη θαλάσσια γεωγραφία, την επιστημονική γνώση, το ανθρώπινο δυναμικό και τέσσερις δεκαετίες εμπειρίας δεν μπορεί να μετατρέψει έναν συνολικό μισθωμένο θαλάσσιο χώρο μικρότερο από το μισό του «Ελευθέριος Βενιζέλος» σε πρότυπο υπεύθυνης παραγωγής τροφίμων, τότε ποια χώρα μπορεί;

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Για να εμφανίζονται περισσότερα άρθρα της Ναυτεμπορικής στις αναζητήσεις σας εύκολα και γρήγορα, πρέπει να προσθέσετε το site στις προτιμώμενες πηγές σας. Μπορείτε να το κάνετε πηγαίνοντας εδώ.